Γιάννης Παπαμιχαήλ  "ΕΧΩ ΕΝΑ ΜΥΣΤΙΚΟ"

Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ...

1996. Η χρονιά που σημάδεψε όχι μόνο εμένα, αλλά ολόκληρη την Ελλάδα. Τους Έλληνες που αγάπησαν την Αλίκη, το Αλικάκι τους. Εκείνη που τους μοίραζε απλόχερα την αισιοδοξία. Από συναισθηματικής πλευράς, για μένα ήταν η χειρότερη χρονιά που έχω ζήσει μέχρι σήμερα. Η χρονιά που έχασα τη μητέρα μου. Το στήριγμά μου. Το τι σήμαινε, σημαίνει και θα σημαίνει η μητέρα μου για μένα είναι κάτι το εντελώς ξεχωριστό. Ήταν μάνα και πατέρας μαζί. Και το λέω αυτό γιατί, ως παιδί χωρισμένων γονιών, μέχρι την ενηλικίωσή μου ζούσα με τη μητέρα μου και ανά τακτά χρονικά διαστήματα έβλεπα και τον πατέρα μου.

Το 1996 ήταν η χρονιά που θα υπηρετούσα στο Ναυτικό. Ξεκίνησε όπως όλες οι χρονιές: ήσυχα, χωρίς καμιά ιδιαίτερη εξέλιξη σε κανένα τομέα. Εγώ ετοιμαζόμουν να καταταγώ στο Ναυτικό, ενώ η μητέρα μου είχε ανεβάσει μία ακόμα θεατρική παράσταση που κυριολεκτικά σάρωνε από άποψη εμπορικότητας αλλά και προβολής. Ήταν η περίφημη Μελωδία της Ευτυχίας, που για όλους εμάς πολύ σύντομα θα γινόταν η «μελωδία της δυστυχίας»...

Όσον αφορούσε εμένα, λοιπόν, υπήρχε προετοιμασία, άγχος και γενικά μια ανασφάλεια, όπως νιώθουν όλα τα Ελληνόπουλα που ετοιμάζονται να υπηρετήσουν τη θητεία τους. Τίποτα δεν προμήνυε όμως πως η χρονιά αυτή έμελλε να είναι η τελευταία για τη μάνα μου – η τελευταία για την Αλίκη της Ελλάδας.

Ήταν εκείνο το μοιραίο μεσημέρι που θα μείνει για πάντα χαραγμένο στη μνήμη μου.

Καταραμένο μεσημέρι του ’96!

Η πρώτη ένδειξη ότι η μητέρα μου ήταν άρρωστη ήρθε τηλεφωνικώς. Ήταν η τρίτη μέρα που βρισκόμουν στο κέντρο εκπαίδευσης Παλάσκας, όταν τηλεφώνησα στο σπίτι μου. Ήταν μεσημέρι και η μητέρα μου είχε ήδη ξυπνήσει. Στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής μού μιλούσε εκείνη, με τα τυπικά λόγια της Ελληνίδας μάνας που το παιδί της υπηρετεί την πατρίδα.

– Καλά είσαι, αγόρι μου; Εγκλιματίστηκες; Πες μου, πώς περνάς; άρχισε να με ρωτάει, με το άγχος της μάνας που αγαπάει το παιδί της όσο τίποτ’ άλλο.

– Όλα καλά, της απάντησα. Εσύ πώς είσαι;

Η αλήθεια είναι πως κάτι διέκρινα στη φωνή της. Ήταν κάπως διαφορετική, σαν να είχε γρίπη ή κάτι τέτοιο. Ακουγόταν σαν να μην είχε καθόλου όρεξη για συζήτηση. «Κόπωση από την πολλή δουλειά», σκέφτηκα στην αρχή.

– Καλά είμαι, παιδί μου, κάπου πρέπει να κρύωσα, αλλά έχω και λίγο πυρετό, μου αποκρίθηκε εκείνη.

Η μάνα μου ήταν από τους ανθρώπους που σπάνια αρρωσταίνουν, έκανε υγιεινή διατροφή, γενικά δεν κάπνιζε ούτε έπινε αλκοόλ.

– Πάρε κάτι, καμιά αντιβίωση, ή να σε δει κάποιος γιατρός, γιατί έχεις και τις παραστάσεις, της είπα εγώ.

– Μην ανησυχείς, δεν είναι τίποτα σοβαρό, ένα ελαφρύ κρύωμα είναι. Εσύ πες μου τώρα, πώς σου φαίνεται το Ναυτικό; με ρώτησε όλο αγωνία, κι εγώ άρχισα να της εξιστορώ διάφορα περιστατικά από την εσώκλειστη ζωή μου στο στρατό. Όπως ότι δύο μέρες πριν, κι ενώ ήμουν μέσα στη μονάδα και περπατούσα, κάποιοι παλιότεροι ναύτες μού έκαναν καζούρα τραγουδώντας μου «Τράβα μπρος, όσα έρθουν κι όσα πάνε». Της το είπα και γελάσαμε.

Τα πάντα στη ζωή μου ήταν συνδεδεμένα με τη φήμη των γονιών μου, και ιδιαίτερα της μητέρας μου. Αυτό μ’ ενοχλούσε απ’ όταν ήμουν μικρός, από το σχολείο κιόλας, όμως ήταν κάτι που δεν μπορούσα να το αλλάξω. Απλώς κάθε φορά το προσπερνούσα, αλλά κάτι έμενε μέσα μου.

Συνεχίσαμε λοιπόν εκείνη τη μέρα να συνομιλούμε για αρκετή ώρα στο τηλέφωνο.

Είχα όμως ένα προαίσθημα. Ένα παράξενο προαίσθημα, που στριφογυρνούσε στο κεφάλι μου, λες και κάτι ήθελε να μου πει…

Εκείνη την περίοδο η μητέρα μου έπαιζε την παράσταση Η Μελωδία της Ευτυχίας για δεύτερη σεζόν και ήξερα καλά ότι κουραζόταν πολύ. Τίποτα ωστόσο δε φανέρωνε ότι σε λίγους μήνες αυτή η «μελωδία» θα σκορπούσε τόσο πόνο, τόση θλίψη...

Αφού ολοκληρώθηκε η βασική μου εκπαίδευση, πήρα άδεια και κάναμε Πάσχα όλη η οικογένεια στο εξοχικό μας στον Θεολόγο. Καθίσαμε στο τραπέζι και τελευταία πήρε τη θέση της η μητέρα μου. Πάντα έτσι έκανε όταν είχε καλεσμένους. Ήθελε να τους περιποιηθεί όλους και μετά να καθίσει και εκείνη.

Έδειχνε μάλλον εξαντλημένη. Δεν ήταν η Αλίκη που εγώ ήξερα, με το χαμόγελο στα χείλη, να κάνει τα δικά της νάζια στους οικείους και τους καλεσμένους της. Δεν ήταν εκείνη που περνούσε από δίπλα σου και σου έδινε δύναμη. Τα πόδια της δεν «πετούσαν» όπως τις άλλες φορές. Τα έσερνε, λες και είχε να κοιμηθεί μέρες ολόκληρες. Θυμόμουν τις άλλες χρονιές, που τέτοιες μέρες ένιωθε σαν κοριτσάκι, και τώρα... Τώρα θαρρείς και δεν ήθελε να έχει κανέναν δίπλα της παρά μόνο εμένα. Εξακολουθούσε να έχει  χαμηλό πυρετό και ήταν εμφανώς αδυνατισμένη. Εκεί για πρώτη φορά σκέφτηκα ότι ίσως να μην ήταν τελικά ένα απλό κρυολόγημα, αλλά κάτι πιο σοβαρό που πιθανόν να χρειαζόταν αντιβίωση. Ουδέποτε πήγε το μυαλό μου ότι η μητέρα μου ίσως έπασχε από κάτι πολύ άσχημο, κάτι μη αναστρέψιμο. Άλλωστε, όπως προείπα, γενικά αρρώσταινε σπάνια, ακολουθούσε υγιεινή διατροφή, δεν κάπνιζε συστηματικά και δεν έπινε αλκοόλ. Με απλά λόγια, πρόσεχε πάρα πολύ τον εαυτό της. Κάθε πρωί θα έπινε απαραιτήτως φρεσκοστυμμένη πορτοκαλάδα, απέφευγε το κρέας και είχε μεγάλη αδυναμία στο ψάρι.

Καθίσαμε λοιπόν και φάγαμε και με δυο λόγια περάσαμε ένα ήρεμο Πάσχα, χωρίς τους πολλούς φίλους που σχεδόν πάντα καλούσε στο εξοχικό μας σε τέτοιες γιορτινές περιστάσεις – αλλά και γενικότερα συνήθιζε να καλεί κόσμο. Αραιά και πού, όταν εκείνη δε με κοίταζε, της έριχνα κάποιες κλεφτές ματιές, για να δω αν ήταν καλά ή αν μου έκρυβε κάτι. Ίσως να ήταν και το ένστικτο που μ’ έσπρωχνε να το κάνω αυτό. Ωστόσο, κανείς δε θα μπορούσε να ισχυριστεί πως αυτός ο χαμηλός πυρετός ή η άσχημη διάθεσή της ήταν τελικά συμπτώματα του καρκίνου που την είχε καταβάλει!

Οι άγιες μέρες του Πάσχα πέρασαν και όλοι μαζί φύγαμε από το σπίτι στον Θεολόγο για το σπίτι στην Αθήνα. Η άδειά μου τελείωνε, είχα ακόμα τρεις τέσσερις μέρες ελεύθερες μέχρι να παρουσιαστώ στη μονάδα. Αν και δεν το συνήθιζα, για έναν ακατανόητο λόγο εκείνη τη φορά περάσαμε πολλές ώρες μαζί, να μιλάμε, να αγκαλιαζόμαστε και να χαζεύουμε στην τηλεόραση. Σαν να μου έλειπε η ζεστασιά της χρόνια, σαν να την είχα πιο πολλή ανάγκη από ποτέ. Σαν κάτι να ήθελε να μου πει η μοίρα. Ήταν αυτό το κάτι που τριβέλιζε το υποσυνείδητό μου.

Μία από εκείνες τις μέρες, έτσι όπως καθόμασταν στο σαλόνι, μου είπε κάπως διστακτικά:

– Γιάννη μου, αύριο θα πάω με το θείο σου τον Αντώνη στη Γερμανία για να κάνω κάποιες εξετάσεις. Μην ανησυχήσεις, δεν είναι τίποτα, απλώς για προληπτικούς λόγους, και χαμήλωσε κάπως το κεφάλι, σαν κάτι να τη βασάνιζε. Δεν ήθελε όμως σε καμιά περίπτωση να το δείξει.

«Η μάνα μου για εξετάσεις, και μάλιστα στο εξωτερικό;» αναρωτήθηκα. Μου φάνηκε λίγο περίεργο. Αλλά και πάλι δεν ανησύχησα υπερβολικά, γιατί επαναπαύτηκα σε αυτά που μου είπε. Πράγματι, το επόμενο πρωί αναχώρησαν.

Το ταξίδι αυτό της το είχε κανονίσει ο Μίνως Κυριακού· μάλιστα πήγαν με το ιδιωτικό του αεροπλάνο και με τη συνοδεία του καθηγητή Λυγιδάκη. Οι εξετάσεις, όπως έμαθα μετά, ήταν επώδυνες. Η μητέρα μου κάποια στιγμή σχολίασε με χιούμορ στον Κώστα Σπυρόπουλο:

– Εάν είναι να περάσω από τέτοιες δοκιμασίες, πες στους Γερμανούς να μου ρίξουν και το αέριο να τελειώνουμε!

Οι Γερμανοί γιατροί διαπίστωσαν ό,τι ακριβώς και οι Έλληνες. Παρόλο που δεν της ανακοίνωσαν το πραγματικό πρόβλημα, εκείνη κατάλαβε ότι μάλλον ήταν κάτι σοβαρό. Ωστόσο, έδειξε θάρρος και αισιοδοξούσε. Ίσως και να είχε ελπίδες πως όλα θα άλλαζαν. Γι’ αυτό και στην επιστροφή της στην Ελλάδα δήλωσε στους δημοσιογράφους:

– Σας ευχαριστώ για το ενδιαφέρον και την αγάπη σας. Η κατάσταση της υγείας μου είναι άσχημη, αλλά εγώ δεν το βάζω κάτω. Είμαι παλικάρι! Θα πολεμήσω και θα νικήσω!

Εγώ λοιπόν μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν ήξερα τίποτα. Το παραμικρό.

Την ξαναείδα μετά από σαράντα οχτώ ώρες να επιστρέφει στο σπίτι φανερά ταλαιπωρημένη.

– Τι έγινε; Όλα καλά; τη ρώτησα με αγωνία.

– Ναι, όλα καλά, απάντησε χαρούμενη, χωρίς να φανερώνει κανένα φόβο.

– Γιάννη μου, πήγαν όλα καλά, απλώς περιμένουμε να βγουν κάποιες εξετάσεις αύριο για να είμαστε εκατό τοις εκατό σίγουροι, πρόσθεσε ο θείος μου ο Αντώνης. Παράλληλα, μου έκανε ένα νεύμα να μη συνεχίσω τις ερωτήσεις.

Η αλήθεια είναι πως ο ρόλος που έπρεπε να παίξει ο θείος μου ήταν διπλά δύσκολος. Επειδή εκείνος γνώριζε τα αποτελέσματα των εξετάσεων που είχαν γίνει στην Ελλάδα, έπρεπε να δείξει τόσο προς εμένα όσο και προς την Αλίκη ότι «όλα είναι καλά, κανένα πρόβλημα». Η λέξη «καρκίνος» δεν είχε ειπωθεί ακόμα και δεν είχε περάσει από το μυαλό μου ούτε κατά διάνοια.

Το βράδυ η μητέρα μου, κουρασμένη από το ταξίδι, έπεσε αρκετά νωρίς για να κοιμηθεί. Δεν έφαγε παρά ελάχιστα, με φίλησε στο μέτωπο και πήγε στο υπνοδωμάτιό της. Είχε, όπως είπαμε, και τον πυρετό, αλλά κανείς δε φαινόταν να δίνει ιδιαίτερη σημασία σ’ αυτό...

Την άλλη μέρα βγήκαν τα αποτελέσματα των εξετάσεων από τη Γερμανία και ο θείος μου, με αγωνία, θέλησε αμέσως να μας ενημερώσει, τόσο τη μητέρα μου όσο και εμένα.

– Όλα καλά, καλοήθης είναι ο... πώς να τον πω, ο... αυτό που έχει τέλος πάντων η Αλίκη μου, μας λέει, και εγώ παγώνω στο άκουσμα της λέξης «καλοήθης».

Αμήχανος και μπερδεμένος ακουγόταν ο θείος μου, που πιστεύω πως πρέπει να του είχε πέσει ο ουρανός στο κεφάλι μαθαίνοντας τα αποτελέσματα και κατέβαλλε μεγάλες προσπάθειες πρώτα από όλα να ηρεμήσει ο ίδιος κι ύστερα να καθησυχάσει κι εμάς. Στη λέξη «καλοήθης», λοιπόν, αμέσως το μυαλό μου πήγε σε όγκο φυσικά.

– Μα τι «καλοήθης» λέει ο θείος, μαμά; ρώτησα την Αλίκη, για να πάρω τη σοκαριστική απάντησή της:

– Ουφ! Η μανούλα θα ζήσει τελικά, Γιάννο μου. Σ’ ευχαριστώ, Θεέ μου!

Κοκάλωσα!

Η μητέρα μου είχε όγκο στο πάγκρεας, καλοήθη κατά τις εξετάσεις. Τις στιγμές εκείνες μου πέρασαν τόσες χιλιάδες σκέψεις και εικόνες από το μυαλό, που είναι αδύνατο να τις πλάσει ανθρώπινος νους. Θυμήθηκα τα καλοκαίρια στον Θεολόγο μαζί της, τις φορές που με διάβαζε για το σχολείο, τις παραστάσεις που έδινε με εμένα να βρίσκομαι στα παρασκήνια και να βλέπω τον κόσμο εκστασιασμένο να τη χειροκροτεί...

Μετά το αρχικό σοκ, και αφού γύρισα αρκετές φορές τριγύρω ανήσυχος όλο το σπίτι, θέλοντας να παραμερίσω την αμηχανία μου απ’ όλα αυτά που είχα ακούσει, άρχισα να σκέφτομαι ότι όλα ήταν εντάξει για την οικογένειά μας. Ότι η μητέρα μου θα ήταν μαζί μου για πάντα!

Πόσο λάθος όμως αποδείχτηκαν εκείνες οι σκέψεις ελπίδας που μου έρχονταν στο μυαλό...

Ο όγκος λοιπόν ήταν καλοήθης, άρα δεν υπήρχε λόγος να ανησυχούμε για τίποτα. «Μια εγχείρηση θα χρειαστεί και η περιπέτεια της μαμάς μου θα τελειώσει», είπα μέσα μου. Και με αυτή τη σκέψη, έφυγα το επόμενο πρωί στις έξι παρά τέταρτο για να πάω στο κέντρο Παλάσκας. Ήταν η μέρα που ο κάθε ναύτης, ανάλογα με την ειδικότητά του, θα πήγαινε στην υπηρεσία του. Εγώ επιλέχτηκα να υπηρετήσω αρχικά στο ΚΕΣΑΚ, ένα κέντρο εκπαίδευσης δοκίμων στο ναύσταθμο της Σαλαμίνας. Τα πράγματα ήταν καλά εκεί. Δύο μέρες έξω και μία μέρα υπηρεσία. Όλα αυτά τα αναφέρω γιατί έχουν σημασία για την εξέλιξη της ιστορίας με την αρρώστια της μάνας μου.

Σε κάποια από τις πρώτες μου υπηρεσίες μίλησα τηλεφωνικώς με τη μητέρα μου κι εκείνη μου είπε ότι χρειαζόταν άμεσα να μεταβεί στη Βοστόνη για ένα δεύτερο τσεκ απ.

– Γιάννη μου, παιδί μου, θα σου κανονίσει ο θείος σου ο Αντώνης να πάρεις άδεια, γιατί θέλω να έρθεις μαζί μου αυτή τη φορά, μου είπε με μια γεμάτη άγχος φωνή.

Εκεί κατάλαβα πως ίσως τα πράγματα να μην ήταν και τόσο καλά. Ότι ίσως έπρεπε να ψάξουμε το θέμα της αρρώστιας της ακόμα περισσότερο.

– Εννοείται ότι κι εγώ θέλω να είμαι κοντά σου σε αυτό το ταξίδι, της απάντησα, και ο νους μου άρχισε να πηγαίνει στο κακό.

Δε θυμάμαι πώς πέρασε η μέρα, ούτε η νύχτα. Θυμάμαι να έχω στο μυαλό μου μόνο τη μάνα μου.

Ζήτησα ειδική άδεια για σοβαρό ζήτημα ασθένειας της μητέρας μου, την οποία αμέσως μου έδωσαν οι άνθρωποι του Πολεμικού Ναυτικού. Και οφείλω για άλλη μία φορά να τους ευχαριστήσω μέσα απ’ τα βάθη της ψυχής μου.

Όλες αυτές οι ώρες, λοιπόν, από τη στιγμή που η μάνα μου με πληροφόρησε για τα καθέκαστα, έμοιαζαν αιώνες.

Εκείνη εκεί έξω να αγωνιά και εγώ μέσα στη μονάδα να περιμένω. Κάποιοι συνάδελφοι με προέτρεπαν να πάω για φαγητό. Δεν είχα όρεξη όμως να βγω ούτε στιγμή από το θάλαμο. Ήθελα να απομονωθώ και να σκεφτώ.

Τα λεπτά της ώρας ήταν για μένα ώρες και οι ώρες μέρες. Έπρεπε να βγω και να πάω κοντά της. Έπρεπε να της δώσω κουράγιο...

Επιστροφή στο Livanis.gr