«ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ», «ΧΟΗΦΟΡΟΙ», «ΕΥΜΕΝΙΔΕΣ»

 

Οι Ευμενίδες αποτελούν το τρίτο μέρος από την Τριλογία του Αισχύλου «Ορέστεια» που μαζί με το σατυρικό δράμα «Πρωτεύς», διδάχτηκαν στους δραματικούς αγώνες της Αθήνας το 458π.Χ. Επώνυμος άρχων ήταν ο Φιλοκλής και χορηγός ο Ξενοκλής ο Αφιδναίος.

Είναι η μοναδική τριλογία που διασώθηκε (το σατυρικό δράμα δεν έχει διασωθεί) και αποτελείται από τα έργα «Αγαμέμνων», «Χοηφόροι» και «Ευμενίδες».

Η Αισχύλεια τεχνική καταδεικνύει την οργανική σύνδεση των τραγωδιών της τριλογίας. Παράλληλα, η σύνδεση με την πολιτική της εποχής, με το δίκαιο, με τα κοινωνικά πρότυπα και τις ηθικές αξίες, καθιστούν την πολυσύνθετη δραματουργική σύνθεση, πρωτότυπη και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα.  

Το αθηναϊκό κοινό, απένειμε στο αισχύλειο δημιούργημα το πρώτο βραβείο.  

Λίγα λόγια για τις τραγωδίες που προηγούνται των «Ευμενίδων» και για το μυθολογικό γνωστικό υπόβαθρο.  

 

Στοιχεία μυθολογίας

Το γένος των Ατρειδών, γένος που πλήττεται από συμφορές και πάθη, καταδιώκεται από τις κατάρες των προγόνων, που τόσο επαίσχυντες, τόσο μιαρές καταπνίγουν στον πόνο και στο αίμα όλους τους απόγονους. Ο Αισχύλος, επιλέγει από τη γεμάτη αίμα και βάσανα ιστορία του οίκου των Τανταλιδών, το σκοτεινό σύννεφο που σκέπασε τους απογόνους του Πέλοπα.

Ως γνωστόν ο Πέλοπας, αφού σώθηκε με τη θεϊκή παρέμβαση, απέκτησε με την Ιπποδάμεια τρία παιδιά, τον Ατρέα, το Θυέστη και το Χρύσιππο. Στον τελευταίο είχε ιδιαίτερη αδυναμία, όμως τα αδέλφια του, κατακυριευμένα από φθόνο, δε δίστασαν να τον δολοφονήσουν. Ο πόνος του Πέλοπα ήταν αβάσταχτος και η κατάρα του απλώθηκε βαριά κι ανηλεής.

Τα δύο αδέλφια δεν αργούν να γευτούν το ποτήρι της φρίκης και του θανάτου. Ο Ατρέας, ως μεγαλύτερος, ανακηρύσσεται άναξ των Μυκηνών, νυμφεύεται την Αερόπη και αποκτά μαζί της τον Αγαμέμνονα και το Μενέλαο. Ο Θυέστης, οργισμένος και απογοητευμένος που στερήθηκε το θρόνο των Μυκηνών προσπαθεί να εξαπατήσει τον αδελφό του, υπεξαιρώντας το χρυσό αρνί που του είχε χαρίσει ο Δίας.

Ο Ατρέας, ανακαλύπτοντας την απάτη, εξορίζει τον Θυέστη και το γιο του Αίγισθο από τις Μυκήνες. Πατέρας και γιος, ορκίζονται εκδίκηση.

Πολύ αργότερα, όταν εξαιτίας της αρπαγής της Ωραίας Ελένης, οι Έλληνες προετοιμάζονται για εκστρατεία στην Τροία, ο Αγαμέμνονας αναγκάζεται να θυσιάσει τη μεγάλη του κόρη Ιφιγένεια στο βωμό της Αυλίδας, προκειμένου να εξευμενίσει τη Θεά Άρτεμη. Για κακή του τύχη, πριν κάποιες μέρες ο Αγαμέμνονας είχε σκοτώσει κατά λάθος το ιερό ελάφι της Άρτεμης και η Θεά ζήτησε ως αντάλλαγμα ότι πιο αγαπητό και μονάκριβο είχε ο Αγαμέμνονας.

Αυτή του η πράξη αν και εκτιμήθηκε υπέρτατα από τον ελληνικό στρατό επέσεισε το μίσος της γυναίκας του, Κλυταιμήστρας. Ορκίστηκε πως θα εκδικηθεί το θάνατο της κόρης της. Όταν ο ελληνικός στόλος απέπλευσε, συνωμότησε και σύναψε δεσμό με τον ορκισμένο εχθρό των Ατρειδών, τον Αίγισθο και για χρόνια προετοίμαζε τη δολοφονία του ανδρός της που δε δίστασε ούτε στιγμή να διαπράξει…  

 

Αγαμέμνων

Ο Αγαμέμνων, μετά τη νίκη στην Τροία, ύστερα από τόσες μάχες, κακουχίες και ταλαιπωρίες επιστρέφει με λαχτάρα στο παλάτι του, περιμένοντας φροντίδες και τιμές.

Εικόνα:Gérin Clytemnestre hésitant avant de frapper Agamemnon endormi Louvre 5185.jpgΣυνοδεύεται από ένα πολύτιμο λάφυρο πολέμου, την Κασσάνδρα, την κόρη του βασιλιά Πριάμου. Ο Αγαμέμνονας την προσκαλεί να εισέλθει μαζί του στο παλάτι, ο χορός όμως προοιωνίζει κακά μαντάτα. Η Κασσάνδρα προφητεύει τη δολοφονία της και τη σφαγή του Αγαμέμνονος. Η ζηλότυπη και αδίστακτη Κλυταιμήστρα δολοφονεί τον άνακτα των Μυκηνών, μ’ έναν πέλεκυ, στο λουτρό του παλατιού. Στη συνέχεια, εξέρχεται του βασιλικού οίκου και ομολογεί την πράξη της στον ανήσυχο και έκπληκτο Χορό. Οι γέροντες οργισμένοι από την αποτρόπαια πράξη της, την καταράσσονται. Εκείνη υπερασπίζεται τον εαυτό της προβάλλοντας το έργο της ως αντίποινο για τη σφαγή της Ιφιγένειας. Παράλληλα, εμφανίζεται ο Αίγισθος υπερασπίζοντας την Κλυταιμήστρα και τον εαυτό του. Ο Χορός δεν πείθεται και δε συναινεί στο ανοσιούργημα, προβαίνοντας σε απειλές. Η Κλυταιμήστρα όμως παρεμβαίνει και εισέρχεται μαζί του στο παλάτι.  

 

Χοηφόροι

Παρόλο που στην τραγωδία «Αγαμέμνων» ικανοποιείται η ανθρώπινη ανταπόδοση με τη δολοφονία του άνακτα, η Θεία δίκη δεν εφησυχάζει από το ανοσιούργημα. Αντίθετα, επιζητεί διακαώς την ανταπόδοση του φονικού μ’ ένα νέο, ακόμη πιο επαίσχυντο κι επονείδιστο.

Ο Ορέστης, που ήταν τόσα χρόνια εξόριστος στη Φωκίδα, επιστρέφει μετά από παρακίνηση του Απόλλωνα, με σκοπό να εκδικηθεί το φόνο του πατέρα, δολοφονώντας την ίδια του τη μητέρα.

After the murder (1882 painting)Παράλληλα, το πνεύμα του Αγαμέμνονα στέλνει ένα προφητικό όνειρο στην Κλυταιμήστρα: η βασίλισσα γεννά ένα δράκο που ρουφά από το στήθος της γάλα αναμεμειγμένο με αίμα. Τότε, η Κλυταιμήστρα φοβισμένη, κατατρέχει στον τάφο του ανδρός της προκειμένου να προσφέρει χοές για την εξιλέωση της.

Ακολουθεί η σύντομη αναγνώριση των αδερφών. Ο Ορέστης εμφανίζεται και ορκίζεται μαζί με την αδελφή του ότι θα εκδικηθούν. Η Θεία δίκη πρόκειται να ικανοποιηθεί. Τα αδέλφια ζητούν τη συνδρομή του νεκρού πατέρα. Ο Χορός θυμίζει τα ανοσιουργήματα και προετοιμάζει τους θεατές για τη μητροκτονία.

Ο Ορέστης σκοτώνει τον Αίγισθο. Δίπλα του η Χρυσόθεμη. Αγγειογραφία ,περ. 500π.Χ.(Βιέννη, Μουσείο Ιστορίας Τέχνης)Ο Ορέστης εμφανίζεται στην Κλυταιμήστρα μαζί με τον Πυλάδη, ως φίλος του «Ορέστη» –τον οποίον η βασίλισσα έχει να δει είκοσι χρόνια περίπου- και της ανακοινώνει το θάνατο του. Η βασίλισσα προσφέρει φιλοξενία στους ξένους και καλεί τον Αίγισθο να προσέλθει στο παλάτι.

Ο Χορός καλεί τους Θεούς να στέρξουν τον Ορέστη και την Ηλέκτρα. Ο Αίγισθος δολοφονείται με την είσοδό του στο παλάτι και η Κλυταιμήστρα σπεύδει να παρακαλέσει για συγχώρεση, ισχυριζόμενη ότι η μοίρα την οδήγησε στο φόνο του συζύγου. Προσπαθεί να συγκινήσει, ακόμα προβάλλοντας το στήθος της –στοιχείο θηλασμού και ερωτισμού- και επιδιώκοντας με αυτή τη χειρονομία να επιβάλλει τη θηλυκή εξουσία. Ο Ορέστης όμως, ακολουθώντας το πρόσταγμα του Απόλλωνα, τη φονεύει.

Κι ενώ περιμένουμε με την μητροκτονία να καταπραϋνθεί η οργή της Θείας δίκης, οι Ερινύες της μητέρας αρχίζουν να καταδιώκουν τον Ορέστη. Ο φόνος είναι ανίερος και οι τύψεις μαινόμενες ψιθυρίζουν τραγούδι ανυπόφορο και προσπαθούν να ξεσκίσουν την ψυχή του Ορέστη.  

 

Ευμενίδες

     Ο Ορέστης, κατατρυχόμενος από τις Ερινύες, προσφεύγει στο μαντείο των Δελφών. Εκεί ζητεί τη βοήθεια του Θεού για να απαλλαγεί από αυτές. Οι Ερινύες αποκοιμούνται και ο Απόλλωνας συμβουλεύει το μητροκτόνο να ζητήσει τη συνδρομή της Αθηνάς. Το πνεύμα της μητέρας όμως, ξυπνάει τις Ερινύες και τις παροτρύνει να συνεχίσουν το καταδιωκτικό τους έργο.

Η σκηνή μεταφέρεται στο ναό της Αθηνάς. Η Θεά εγκαθιδρύει το δικαστήριο του Αρείου Πάγου και δηλώνει ότι εκείνη πρόκειται να προεδρεύει σ’ αυτό. Οι Ερινύες είναι αμετάκλητες στην καταδίκη του Ορέστη, ενώ ο Απόλλωνας δηλώνει ότι εκείνος τον προέτρεψε σ’ ένα φόνο δίκαιο. Η δολοφονία, απ’ τη μια είναι δικαιολογημένη λόγω της ανόσιας σφαγής του πατρός του από την Κλυταιμήστρα, απ’ την άλλη, το γεγονός ότι φόνευσε τη μητέρα του είναι ασυγχώρητο. Η δίκη λήγει με ισοψηφία. Ο Ορέστης αθωώνεται με την θετική ψήφο της Αθηνάς.

Οι Ερινύες ενίστανται στην απόφαση του δικαστηρίου και θεωρούν ότι ατιμάσθηκαν. Η Αθηνά όμως, προσπαθεί να τις καθησυχάσει. Τις βεβαιώνει λοιπόν, ότι δεν χάνουν την εξουσία τους. Είναι τιμωροί των ανοσιουργημάτων αλλά και φύλακες των νομοταγών και φιλήσυχων πολιτών. Παράλληλα, τις συμφιλιώνει με τους Αθηναίους και ορίζει την Αθήνα ως κατοικία αυτών. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, καταφέρνει να εξευμενίσει τις φρικιαστικές και αδυσώπητες Ερινύες και να τις μεταβάλλει σε αγαθοποιά πνεύματα, τις Ευμενίδες.

Οι Ευμενίδες αποχωρούν με ευχές προς τους κατοίκους, αφού η ευταξία έχει αποκατασταθεί και η δικαιοσύνη έχει θριαμβεύσει.

Στην ουσία, αυτό που θριαμβεύει και αναδεικνύεται είναι η πατρότητα σε αντιδιαστολή με τη μητρότητα. Η δολοφονία του Αγαμέμνονα επισείει τη δολοφονία της Κλυταιμήστρας-δράστη. Αντίθετα, η δολοφονία της τελευταίας δεν ικανοποιείται στον ίδιο βαθμό. Αυτό που επιδιώκει ο Αισχύλος, είναι η υποβάθμιση της μητρότητας, κάνοντας στην ουσία ένα σαφή υπαινιγμό για τη λήξη της μητριαρχικής περιόδου. Ο Απόλλωνας άλλωστε, στο συνηγορητικό λόγο του ενώπιον των δικαστών του Αρείου Πάγου, υποστηρίζει πως ο Ορέστης είναι περισσότερο τέκνο του Αγαμέμνονα παρά της Κλυταιμήστρας. Η γυναίκα απλά κυοφορεί και τρέφει το σπέρμα που γεννά ο άνδρας.

Ένας ακόμη στόχος του συγγραφέα, είναι να κατοχυρώσει το θεσμό του Αρείου Πάγου προσδίδοντάς του θεϊκή προέλευση. Είναι φανερή η πολιτική σημασία του γεγονότος, διότι ο Περικλής υποβάθμιζε σταδιακά την εξουσία του ανώτατου δικαστηρίου.

Αξίζει τέλος, να παρατηρήσουμε ότι ο εξαγνισμός του μητροκτόνου επιτελείται σταδιακά, μέσω των διαφόρων επιπέδων που κινείται. Η πορεία προς την κάθαρση ξεκινά από το σκοτεινό Άργος στο λαμπερό Απόλλωνα και από εκεί, στη λάμψη της Αθηνάς στην Αθήνα.

Θα λέγαμε ότι μέσω της διαλλακτικότητας της Αθηνάς, μέσω της προβολής των δικαστικών θεσμών, καθησυχάζεται το μένος των Ερινυών και τίθεται τέλος στην βαριά κατάρα.

Στην ουσία, αυτό που θριαμβεύει μέσα από τις ηθικές αποχρώσεις των χαρακτήρων, είναι οι αξίες της αθηναϊκής δημοκρατίας, η φιλειρηνική διάθεση, η προστασία της δικαιοσύνης και της ηθικής. Το έργο αυτό είναι ένα από τα λαμπρότερα μνημεία των ελληνικών γραμμάτων διανθιζόμενο από μεγαλοπρέπεια λόγου, φιλοσοφικά και ηθικά διδάγματα και έντονη παραστατικότητα