Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017
 
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΛΙΒΑΝΗ
 
   
 
 
 
 
ΥΠΟ ΕΚΔΟΣΗ
 
 
 
Ο ΘΡΥΛΟΣ ΤΗΣ ΜΟΝΟΒΥΖΑΣ, από το Γιάννη Πλιώτα
 

ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΜΟΥ ΕΙΧΕ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ένα κομμάτι μωσαϊκού, που απεικόνιζε μεγαλοπρεπώς το θυρεό της Βαρονίας της Άκοβας. Μετρούσα τις ανάσες μου για να καταλαβαίνω πόσος χρόνος πέρασε και είχα φτάσει στις διακόσιες όταν άκουσα για πρώτη φορά εκείνη την υψίτονη, ειρωνική φωνή.

«Μπορείς να εγερθείς τώρα αγγελιοφόρε».

Βρισκόμουν στο μέσο μιας μεγάλης και συνάμα αυστηρής αίθουσας. Καθώς ορθωνόμουν δεκάδες σκιές με ακολούθησαν. Η αίθουσα δεν είχε παράθυρα. Παντού γύρω ένας συγκερασμός από λιτές διακοσμήσεις και πάνοπλους φρουρούς, υπενθύμιζε στους επισκέπτες ότι παρ’ ότι ο οίκος ήταν νεαρός και στην κεφαλή του μια γυναίκα, δεν υπολειπόταν σε μέσα εξουσίας και ούτε επιδεχόταν αμφισβήτηση της κυριαρχίας του. Από την οροφή κρέμονταν δεκάδες καντήλια. Τα πρόσωπα των φρουρών ήταν καλυμμένα.

Απ’ όλα αυτά όμως, και από τις τοιχογραφίες που μπερδεύονταν με ανδριάντες προγόνων, ξεχώριζε πάνω στο επιβλητικό, φιλντισένιο του βάθρο, ο θρόνος της Dona Μαργαρίτας και η κάτοχός του. Η Μονοβύζα καθόταν τυλιγμένη σε ογκώδεις στρώσεις από βελούδα, ερμίνες και χρυσοποίκιλτα υφαντά. Τα μεσοφόρια της υποστηρίζονταν από μπαλένες, κοσμήματα τη βάραιναν και στο κεφάλι φορούσε μια φουσκωμένη φενάκη, που την έκανε να μοιάζει με υπερφυσικό πλάσμα. Χωρίς να γνωρίζω αν διέπραττα ασέβεια, την κοίταξα καταπρόσωπο. Η Αρχόντισσα της Άκοβας στεκόταν απέναντί μου και έμοιαζε η μορφή της να έχει παγιωθεί στο χρόνο. Τα πελιδνά χαρακτηριστικά της θύμιζαν σμιλεμένη πέτρα προτομών. Κάτω απ’ όλα όσα είχε φορτωμένα στο σώμα της αδυνατούσα να συλλάβω οποιαδήποτε κίνηση· ακόμα και οι βολβοί των ματιών της παρέμεναν ακίνητοι.

Όταν εν τέλει μίλησε, τα χείλη της ίσα που τρεμούλιασαν: «Οι πληροφορίες που έφερες θεωρούνται σημαντικές αγγελιοφόρε», είπε ουδέτερα και είδα ότι ανάμεσα στις πτυχές των φορεμάτων της, μισοβυθίζονταν οι πάπυροι με τα πλαστά διαπιστευτήρια μου. Επίσης ένα διαμάντι που κάποτε είχα κλέψει από ένα μαγγανιστή.

«Και για τούδε, θα ανταμειφθείς ως αρμόζει», κατέληξε τελεσίδικα. Κατένευσα και την ξανακοίταξα αποφασιστικά. Τα μάτια μας ήταν ακριβώς στο ίδιο ύψος. Οι κόρες της είχαν καρφωθεί μες στις δικές μου. Έκρυβαν γητείες.

Ίσως την αλήθεια ήξερε μόνο ο εξομολογητής της. Ανομολόγητα πάθη; Βιβλικά οράματα; Αχόρταγη μισαλλοδοξία; Ένας τόσο ακίνητος άνθρωπος θα μπορούσε να βλέπει και στο βασίλειο του χρόνου. Μπορεί να συνομιλούσε με αφανείς υπάρξεις. Μπορεί να μην ήταν ανθρώπινος. Οι φήμες που είχα ακούσει στην πρωτεύουσα, έκαναν λόγο για δαιμόνια και τελετές. Κάποτε η Μονοβύζα είχε ντυθεί ιππότης και πολεμούσε πλάι στους άνδρες.

Η Dona μάντεψε τη ματιά μου, ίσως και τις σκέψεις μου: «Τι επιθυμείς ως αμοιβή για τις υπηρεσίες σου;» Και πάλι δεν κινήθηκε το παραμικρό πάνω της, ούτε ένας κόκκος. Θα μπορούσε κάλλιστα να είχε πεθάνει, να την είχαν ψιμυθιώσει και ένας εγγαστρίμυθος να κρυβόταν κάτω απ’ τα ρούχα της.

«Αναζητώ μυστικά», είπα και έκανα μια παύση προσπαθώντας να μαντέψω αν όντως είχα δυνατότητα να διαλέξω την αμοιβή. Πήρα βαθιά ανάσα: «Ένα μυστικό απ’ τη βιβλιοθήκη σας. Οποιοδήποτε διαλέξω. Ο αυτοκράτορας μου είναι συλλέκτης μυστικών», ολοκλήρωσα, ελπίζοντας το αίτημά μου να μην ακουγόταν πολύ θρασύ ή το ψέμα μου ολοφάνερο. Η ευθεία τακτική συνήθως έφερνε αποτελέσματα σε ισχνούς χαρακτήρες και μέλη κατώτερων κλιμακίων, αλλά εδώ δεν ήξερα αν ήμουν σε θέση να εγείρω αξιώσεις.

Ακούστηκε ένα ξεφύσημα και είδα τον πρωτοσύμβουλο να έχει πεταχτεί όρθιος απ’ το κάθισμά του, κοκκινισμένος απ’ τη φούρκα του. Οι απρόσωποι φρουροί έσφιξαν τις λαβές απ’ τις πάλες τους. Η Dona με ξανακοίταξε. Θα έπαιρνα όρκο ότι χαμογέλασε ανεπαίσθητα και ότι εκείνο το χαμόγελο το είδα μόνο εγώ. «Διάλεξε όποιο θες. Για μένα όλα τα βιβλία κρύβουν μυστικά, που φανερώνονται μόνο στους άξιους. Τους υπόλοιπους τους καταστρέφουν».

Ανταπέδωσα διστακτικά το χαμόγελο. Υποκλίθηκα βαθιά: «Θέλημα Θεού. Ευλογία Κυρίου». Πισωπάτησα για να αποσυρθώ, όμως η φωνή της με σταμάτησε. «Όχι έτσι. Δεν θα φύγεις. Θα πρέπει κι εσύ να προσφέρεις αντάλλαγμα».

Έσκυψα ξανά το κεφάλι και τη διαβεβαίωσα ότι οι επιθυμίες της ήταν άδηλες επιθυμίες μου. Με κοίταξε παγερά και δήλωσε, αλλάζοντας τη διατύπωση: «Οι προσταγές μου είναι προσταγές σου στρατιώτη. Πήγαινε τώρα. Θα σε καλέσουν».

Οδηγήθηκα σ’ ένα κελί στα μπουντρούμια του πύργου. Οι φρουροί μού άφησαν μια λεκάνη μπαγιάτικο νερό, καλαμποκόψωμο κι ένα μισοτελειωμένο κερί. Επισήμαναν ότι οι κινήσεις μου θα παρακολουθούνταν όσο έμενα στο Mate Griffon. Πριν φύγουν με κοίταξαν καλά καλά.

Άναψα το λιγοστό κερί. Εξέτασα τους γρανιτένιους τοίχους, που απείχαν ελάχιστα μεταξύ τους. Οι Φράγκοι είχαν χτίσει το κάστρο πάνω σε αρχαία αρκαδικά ερείπια. Στις γωνίες αράχνες κρύφτηκαν καχύποπτα στους ιστούς τους. Για όλους ήμουν παρείσακτος. Δεν δοκίμασα ν’ ανοίξω την πόρτα και δεν έβαλα φαγητό στο στόμα μου.

Γονάτισα και άρχισα μια προσευχή. Πίστευα ότι είχα μερικές ώρες προτού με καλέσουν. Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι είναι το σώσιμο του φυτιλιού, ενώ ζητούσα συγχώρεση.

[…]

Όταν η πόρτα άνοιξε διάπλατα, βρισκόμουν γονατισμένος στην ίδια θέση. Η προσευχή είχε τελειώσει και τη θέση της είχαν πάρει ταραγμένα όνειρα. Συνήλθα απότομα και είδα στο περίγραμμα της κάσας να συνωστίζονται ένας ιερέας, ένας αξιωματικός, δύο φρουροί και ένας δούλος. Θα μπορούσαν να είχαν έρθει για την εκτέλεσή μου.

Κατ’ αρχάς ο αξιωματικός επισήμανε αυστηρά ότι θα άφηνα όλα τα υπάρχοντά μου στο κελί. Ενώ ο δούλος με βοηθούσε να καλλωπιστώ κάπως, ο ιερέας μού υπέβαλλε ερωτήσεις σχετικά με το δόγμα που ακολουθούσα και με έβαλε να ορκιστώ ότι δεν ήμουν Πυρολάτρης ή Ανιμιστής.

Ορκίστηκα απρόθυμα και όταν ο δούλος ξέμπλεξε τους κόμπους απ’ τα μαλλιά μου, έγνευσα ότι είμαι έτοιμος. Άφησα τους στρατιώτες να με ψάξουν απ’ την κορυφή ως τα νύχια και ξεκινήσαμε για το ιδιαίτερο διαμέρισμα της Αρχόντισσας Μονοβύζας, του ισχυρότερου ανθρώπου στη Μεσσαρέα.

[…]

Εισήλθα με αυτοπεποίθηση στην ημιφωτισμένη κάμαρα. Μυρωδιές από εξωτικά αρώματα με υποδέχθηκαν. Αναγνώρισα σμύρνες της Ανατολίας, που υπόσχονταν θαύματα στους αδαείς. Το σώμα μου άρχισε να ξυπνάει. Το μυαλό μου βράδυνε.

Υπαινικτικές φλόγες κεριών τρεμόπαιξαν στο ρεύμα που δημιουργήθηκε. Η είσοδος ασφάλισε αθόρυβα πίσω μου. Ερεύνησα το χώρο πρώτα σαν πολεμιστής και κατόπιν σαν άνδρας. Ανθρώπους αδύναμους, τα πάθη θα μπορούσαν να τους αφανίσουν. Εγώ πίστευα ότι μπορούσα να τα εκμεταλλευτώ προς όφελός μου.

Έκανα μερικά βήματα, είδα βελούδινα υφάσματα στους τοίχους και μετάξι να ρέει απ’ το ταβάνι. Κρυστάλλινα αντικείμενα κρύβονταν όταν τα έψαχνε η ματιά μου κι εμφανίζονταν όταν τα αγνοούσα. Στο βάθος, με τη βοήθεια φεγγιτών, ξεχώριζε ένα τεράστιο κρεβάτι σα θυσιαστήριο.

Η αντίθεση του χώρου με την παρουσία μου ήταν έντονη. Δεν ντρεπόμουν που το δέρμα μου ήταν λιγδιασμένο και τα νύχια μου βρώμικα, ούτε γιατί τα ενδύματά μου ήταν λιωμένα κι η βροχή είχε παραλλάξει το χρώμα τους. Ντρεπόμουν γιατί οι σκέψεις μου έρεπαν προς το βλάσφημο.

Άξαφνα μια γυναικεία μορφή σχηματίστηκε μέσα από σκιές δέκα βήματα μακριά μου. Είχε ξεφορτωθεί τον όγκο των ενδυμάτων και τώρα έμοιαζε με κέρινο εκμαγείο, στερεωμένο στο βάθρο ενός διεστραμμένου δημιουργού. Στο σκοτάδι, αδυνατούσα να ξεχωρίσω ανατομικές λεπτομέρειες.

Η ανδρόγυνη φωνή της διέσχισε το χώρο μεταξύ μας: «Σου άρεσαν τα ψηφιδωτά μας, ο κοκάλινος θρόνος, τα κοσμήματα και τα φορέματά μου; Πες μου, τα θαύμασε η ψυχή σου;»

«Ο αυτοκράτορας θα τα ζήλευε», απάντησα χωρίς να θυμάμαι καν το όνομα του αυτοκράτορα. Σίγουρα θα είχε αλλάξει απ’ την τελευταία φορά που θυμόμουν.

«Όλα τα έφτιαξαν τρεις νεαροί τεχνίτες, χρησιμοποιώντας υλικά απ’ το Βασίλειο των Ουρανών. Είναι τα τελειότερα έργα τους».

«Ελπίζω να μην μπορέσει ποτέ άλλος αφέντης να καυχηθεί γι’ αυτό», είπα, προκαλώντας το ψυχρό γέλιο της.

«Δεν χρειάζεται ν’ ανησυχείς αγγελιοφόρε. Όταν τελείωσαν τούς σκότωσα, ώστε να μην τα επαναλάβουν. Η τέχνη τους θα ζει μόνο στην Άκοβα», είπε ενώ βυθιζόμουν στη σιωπή. Φαντάστηκα τους τεχνίτες χτισμένους στους τοίχους τους.

«Γονάτισε», είπε απότομα. Πατούσαμε στις άκρες του ίδιου χαλιού. Ένα ανεκτίμητο αραβικό κομμάτι με γραφές του Προφήτη. Κάποτε, ένα λάφυρο.

Έπραξα όπως απαίτησε και γονάτισα πάνω σε μια φράση της δεύτερης Σούρας: «Όσο για τους άπιστους, είναι το ίδιο γι’ αυτούς είτε τους προειδοποιείς, είτε όχι. Δεν θα πιστέψουν. Ο Αλλάχ σφράγισε τις καρδιές τους και την ακοή τους, και στα μάτια τους υπάρχει πέπλο. Μεγάλη θα είναι η τιμωρία που θα υποστούν».

Η Μονοβύζα προχώρησε και σταμάτησε δύο βήματα από το σώμα μου. Αναγκαστικά την κοίταξα. Δεν διέκρινα ξεκάθαρα τα μάτια της. Ποια ήταν στ’ αλήθεια; Κάποια θεά, που με σύντρεχε; Η Άρτεμις, η Αθηνά; Μπορεί και να ‘θελε να με καταστρέψει.

Σιωπή. Άθελά μου ακολούθησα το παράδειγμά της και μετατραπήκαμε σε δύο αγάλματα. Ως και οι φλόγες των κεριών ακινητοποιήθηκαν, ή αυτό πίστεψα υπό την επίδραση των αρωμάτων.

Η διαδικασία κράτησε για ώρα που φάνηκε αιώνας. Αισθανόμουν δεμένος κι ανήμπορος, αιχμάλωτος της. Ενώ αυθυποβαλλόμουν σε ζοφερές ιδέες, το μυαλό μου ξαφνικά άδειασε από έγνοιες, γαλήνεψε. Οραματίστηκα πεδιάδες, συστάδες δέντρων και ένα αγρόκτημα. Έμοιαζε με τον τόπο που μεγάλωσα. Υπήρχε και μια γυναίκα με μαύρα μάτια. Να ήταν εκείνη; Έτρεξα μακριά της, για να μην τη χάσω ξανά.

Όταν ο αιώνας παρήλθε, ο χώρος άλλαξε διαστάσεις, οι αναμνήσεις σκορπίστηκαν, οι φλόγες συνέχισαν το τρεμοπαίξιμό τους. Άκουσα ξανά την ανάσα μου βαριά, για τη δική της δεν ήμουν σίγουρος ότι υπήρχε καν. Αισθανόμουν καταβεβλημένος.

Χωρίς χείλη να κινούνται, λόγια ακούστηκαν: «Μπορείς να σηκωθείς τώρα αγγελιοφόρε. Δεν σε χρειάζομαι άλλο». Η φωνή της φανέρωνε απογοήτευση. Ακολούθησα τη διαταγή. Πριν αποχωρήσω, την άκουσα ξανά: «Έχεις διορία τριών εβδομάδων να ψάξεις στη βιβλιοθήκη μου. Μετά θα θεωρείσαι persona non grata για τη Βαρονία μου».

Η χροιά της είχε σκληρύνει και με πείραξε. Αλλά τρεις εβδομάδες φάνταζαν αρκετές για να ανακατέψω στοίβες με σκονισμένα βιβλία.

 

 

 

ΜΕΡΟΣ ΙΓ’

 

ΒΡΙΣΚΟΜΟΥΝ ΜΠΡΟΣΤΑ ΑΠΟ ΜΙΑ ΠΥΛΗ. Υπολόγισα ότι είχαμε κατέβει εξήντα πόδια κάτω ακόμα κι από τα μπουντρούμια του κάστρου. Είχαμε περάσει σφραγισμένες πόρτες, φρουροί με είχαν παραδώσει σε άλλους φρουρούς και σκουριασμένα κλειδιά είχαν αναδυθεί μέσα από αραχνιασμένες κλειδοθήκες. Στο τέλος εισήλθαμε σ’ ένα στενό τούνελ, γεμάτο υγρασία και αναγουλιαστικές μυρωδιές.

Μάλλον χρόνια είχε κάποιος ν’ αναζητήσει τα μυστικά απ’ την Ανατολή, μπορεί και όλοι να τα είχαν ξεχάσει, μαζί με το Χριστιανικό Βασίλειο. Στην αψίδα πάνω απ’ την πύλη, υπήρχε μια ξεθωριασμένη, αρχαϊκή επιγραφή στα ελληνικά: «Ο χρόνος κυλάει πιο αργά για τους νεκρούς». Σκέφτηκα ότι ήταν παράταιρη για είσοδο βιβλιοθήκης. Απ’ τις δαιδαλώδεις σκέψεις με τράβηξε η φωνή του συνοδού: «Σίγουρα θα πας κύριε; Κανείς ποτέ δεν μπαίνει εδώ. Κι αν μπει χάνεται». Με κοίταξε επιφυλακτικά και είπε χαμηλόφωνα: «Obscuris vera involvens».

Γύρισα να τον κοιτάξω. Στη διαδρομή δεν είχαμε ανταλλάξει κουβέντα. Ήταν γύρω στα εξήντα, ξεδοντιάρης. Ο πατέρας του μπορεί να ‘χε πολεμήσει στην άλωση. Φορούσε μια ξεχαρβαλωμένη πανοπλία. Αντί για όπλα, είχε περασμένα στο ζωνάρι του έναν παχύ ξύλινο σταυρό και μια σφήνα. Στεκόταν ανάμεσα σ’ εμένα και την πύλη. Προσπαθούσε να μείνει ακίνητος, αλλά ταλανιζόταν πότε στο ένα πόδι και πότε στο άλλο. Ένας φύλακας μυστικών.

Οι προειδοποιήσεις του ήταν μάταιες. Έβαλα σταθερά το χέρι μου στον ώμο του. «Μην ανησυχείς. Όταν περάσω σφράγισε τη θύρα. Θα σου χτυπήσω τρεις φορές όταν είναι να εξέλθω», είπα και σχεδόν τον άκουσα να συμπληρώνει από μέσα του: Αν εξέλθεις. Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν πίστευε ότι θα είχα την αποκοτιά να περάσω στις κατακόμβες.

Ο φύλακας πήγε ως τη δίφυλλη θύρα και σήκωσε αγκομαχώντας μια αμπάρα. Από τις τέσσερις φορές που ο φύλακας γύρισε τα υπερμεγέθη κλειδιά και απ’ το ότι η αμπάρα ήταν εκεί για να αποτρέπει την έξοδο, κατάλαβα πόσο περίεργα ήταν τα μέτρα ασφαλείας σ’ εκείνο το απόκρυφο μέρος. Επιπλέον, δίπλα απ’ την είσοδο σε μία εσοχή, υπήρχε ένας αλλόκοτος μηχανισμός με καθρέφτες και δεσμίδες φιαλιδίων με υγρά. Ο αέρας βρώμαγε. Φώσφορος.

«Είναι για να δημιουργούμε φωταψία», εξήγησε ο φρουρός. «Το φως προστατεύει τους νομοταγείς πολίτες», συμπλήρωσε. Μετά, σα να ξέμεινε από λέξεις, έδειξε με το κεφάλι του τη θύρα και κόλλησε στον τοίχο. Σ’ εκείνο το σημείο ο γρανίτης ήταν καλυμμένος από εκατοντάδες χαρακιές.

Στερέωσα ένα μισαναμμένο δαδί στον καρπό μου. Έπιασα τους κρίκους των ρόπτρων με τα δύο χέρια. Ήταν σκαλισμένα σε σχήμα γρυπών. Ανατρίχιασα από το παγωμένο άγγιγμα των χαιτών. Τράβηξα με δύναμη.

Οι θύρες παραμέρισαν με απαίσιους τριγμούς και την ίδια ώρα ο φρουρός άρχισε ν’ ανακατεύει με βιάση υγρά στη συσκευή. Ακούστηκε ένα τσιτσίρισμα και οι καθρέφτες εκπέμψαν ένα απόκοσμο φως. Ταυτόχρονα, απ’ το εσωτερικό της βιβλιοθήκης ξεχύθηκε ψηλαφητό σκοτάδι να μας τυλίξει και για λίγο αντιμάχησε με το τεχνητό φως της συσκευής. Άκουσα τα δόντια του φρουρού να κροταλίζουν. Συνέχισε ν’ ανακατεύει μανιωδώς. Με κόπο, λες και άνεμος μού αντιστεκόταν, έκανα δύο βήματα στο σκοτάδι και πέρασα το νοητό όριο που χώριζε τη βιβλιοθήκη από το Κάστρο της Άκοβας και την υπόλοιπη Αρκαδία.

Την ίδια στιγμή η πόρτα πίσω μου έκλεισε απότομα και παρέσυρε μαζί της όλο το χλομό φως. Άναψα τον πυρσό που είχα προετοιμάσει, η φλόγα φούντωσε και ακαριαία έσβησε. Το σκοτάδι με κατάπιε και κάθε ήχος πνίγηκε. Άφησα χρόνο να περάσει.

Μετά από λίγο τα μάτια μου άρχισαν να εξομοιώνονται με το σκοτάδι. Είδα περιγράμματα αλλεπάλληλων ραφιών φορτωμένων με εκατομμύρια βιβλία και θαμπές γραμμές κολόνων που προεκτείνονταν ψηλά στο έρεβος. Στο πρώτο μου βήμα, άκουσα τον συριγμό: «Σσσς... Ήρθε. Άκου. Σσσς… Ήρθε. Τόλμησε να μπει».

Μια απεχθής, ανδρική φωνή έμοιαζε να σέρνεται μέσα από στόμα φιδιού. Στο μυαλό μου είδα ένα ερπετόμορφο έκτρωμα. Πάγωσα και το σύριγμα ξανακούστηκε: «Σσσς... Τον άκουσες; Πρέπει να τον άκουσες. Είναι εδώ. Μαζί μας. Σσσς… Βέβηλος. Και ιερόσυλος. Και αμαρτωλός, ναι αμαρτωλός πολύ».

Όσο και να κοίταξα γύρω, το μόνο που διέκρινα ήταν πυκνές σκιές. Από κάπου πίσω μου, ήρθε απάντηση που άνηκε σε γυναίκα: «Φσσς... Ναιαιαια. Εδώ είναι. Τον ακούω. Τον αισθάνομαι. Τον αισθανόμαστε. Να κρυφτεί δεν μπορεί. Σσσς… Βλάσφημος. Υβριστής».

Ήταν μάταιο να στραφώ προς τα ‘κει, αλλά το έκανα. Κοίταξα δεξιά κι αριστερά, ανέμισα τα χέρια μου στο κενό. Τίποτα πουθενά εκτός από σκιές που συμπτύσσονταν και αναπτύσσονταν στις κουρτίνες του σκοταδιού. Ο αόρατος άνδρας ξανακούστηκε, καγχάζοντας: «Χσσσς... Κοίτα τι κάνει ο ανόητος. Μας πολεμά. Μας αμφισβητεί. Σσσς…»

Έκανα τυφλά βήματα ώσπου ο ώμος μου χτύπησε ένα ράφι. Τα ξύλα ταρακουνήθηκαν και η αναστάτωση μεταδόθηκε για λίγο και σε γειτονικά ράφια. Ένα βιβλίο έπεσε απ’ τη θέση του στο πάτωμα. Άκουσα τη σκόνη που αναδεύτηκε.

Οι φωνές έπνιξαν μερικά γέλια. Με την άκρη του ματιού μου έπιασα σκιές ν’ αλλάζουν θέση, να γλιστρούν κάτω από ράφια και να ρουφιούνται μέσα σε ράχες τόμων.

Έβγαλα δυο πυρόλιθους και ένιωσα αόρατα βλέμματα να συγκεντρώνονται πάνω μου. Τους χτύπησα πολλές φορές, αλλά δεν γινόταν ανάφλεξη. Γύρω μου οι όγκοι των σκιών σύριζαν καγχητά εναντίον μου, συνωμοτώντας και συνεχίζοντας αρχινισμένες από καιρό συζητήσεις.

«Σσσς... Τον βλέπουμε. Δεν μπορεί να κρυφτεί. Γυμνός είναι. Γνωστοί οι φόνοι του. Σσσς… Δεν κρύβονται. Δεν θάβονται».

«Ναιαιαιαι... Δεν υπάρχει επιστροφή. Έπεσε στην παγίδα. Θέλησε να κλέψει τα μυστικά. Σσσσς… Σιχαμένος αγγελιοφόρος».

«Χσσς... Και τι θα τον κάνουμε άραγε; Πώς θα φερθούμε; Τι υποδοχή του πρέπει; Χσσς… Κομπορρημονεί ότι πολέμησε στην Άκρα. Ψεύτης! Ψεύτησσσς… Ποια είναι η ανταμοιβή των αθεόφοβων;»

«Ιιιιι... Να το σκεφτούμε καλά. Μας ανήκει. Σσσς… Από εδώ δεν υπάρχει επιστροφή».

Οι διάλογοι συνεχίστηκαν για ώρα. Κατάλαβα ότι αναμασούσαν τις ίδιες απειλές κι έβαλα το μυαλό μου να δουλέψει. Αν ό,τι κι αν ενέδρευε στη βιβλιοθήκη ήθελε να με βλάψει, θα το ‘χε κάνει. Ήμουν τυφλός, άοπλος. Ξεφύλλισα με το νου παλιές ιστορίες που είχα ακούσει για τις σκιές. Ίσως ο δημιουργός τους δεν είχε φυτέψει το σπόρο της ύπαρξής μου στο μυαλό τους.

Όταν η αλήθεια ξεκαθάρισε μέσα μου, η ψευδαίσθηση ξεπλύθηκε απ’ τα μάτια μου. Αν δεν πίστευα στις σκιές δεν μπορούσαν να με βλάψουν. Αν δεν πίστευα στις σκιές δεν μπορούσαν να με βλάψουν. Το επανέλαβα πολλές φορές και ξαφνικά άκουσα κραυγές οδύνης και ολοφυρμούς. Τα φιδόλογα πνίγηκαν και οι σκιές μέσα σε αγωνιώδεις συριγμούς, αποτραβήχτηκαν στην πρότερη ανυπαρξία τους. Από κάπου φύσηξε ένας δυνατός άνεμος και τις διέλυσε.

Ο δαυλός μου αυταναφλέχθηκε τυφλώνοντάς με προσωρινά και το σκότος κάμφθηκε. Αφύσικα έντονο φως διαχύθηκε παντού από κρυφές πηγές και μπόρεσα επιτέλους να δω το χώρο που με περίκλειε.

Στην αρχή ήταν μια αχανής κυκλική αίθουσα, η οποία χωριζόταν με ογκώδη παραπετάσματα, φορτωμένα με βιβλία. Τροχαλίες ξερνούσαν τεντωμένες αλυσίδες που κατέληγαν στα ράφια. Κολόνες αδιευκρίνιστου ύψους στοιχίζονταν στους τοίχους και είχαν όλο τους το σώμα αγκαλιασμένο από εσχατολογικές αναπαραστάσεις. Διέκρινα ένα θηρίο με χαίτη λιονταριού, σώμα μόσχου, πρόσωπο ανθρώπου και φτερά αετού. Ένας αμνός διάβαζε ένα βιβλίο. Ένα ιππέας τυλιγμένος σε φωτιές. Ποτάμια αίματος να ρέουν και μέσα τους να λούζονται παρθένες.

Σκέφτηκα τα μυστικά που έχει γράψει η ανθρωπότητα. Πόσα πολλά είναι και πόσες βιβλιοθήκες όπως αυτή θα τραβούσαν στη λήθη έργα που κανείς δεν θα μάθαινε την ύπαρξή τους.

Ξεκίνησα να εξετάζω τους τίτλους στις ράχες των βιβλίων, όταν ένας με χρυσοκέντητα γράμματα, τράβηξε την προσοχή μου. Προς μεγάλη μου έκπληξη διάβασα «Effluo Liber Libri». Ήμουν έτοιμος να το τραβήξω απ’ τη θέση του, όταν ένας άλλος τίτλος ακριβώς δίπλα, έπιασε τα έκπληκτα μάτια μου: «Περί μυστικών και υπηρετών του Διαβόλου». Χωρίς να συνειδητοποιήσω τι συνέβαινε, είδα κι άλλο να γυαλίζει: «Ο θρύλος της Μονοβύζας».

Ζαλίστηκα. Τελευταία στιγμή πριν τα αγγίξω, η λύση μού φανερώθηκε. Τα έβαλα με την ευπιστία μου, γιατί παραλίγο να πέσω θύμα μιας ακόμα παγίδας. Ο χώρος γύρω μου ήταν πολύ διαφορετικός απ’ ό,τι το μυαλό μου αντιλαμβανόταν. Το σκηνικό μέσω κάποιας ύπουλης ψευδαίσθησης τρεφόταν απ’ τη σκέψη μου και γεννιόταν στη φαντασία μου, επιχειρώντας να με παρασύρει ν’ αγγίξω.

Έβγαλα απ’ τον κόρφο μου δυο πρέζες αιθέρα, και εισέπνευσα. Αγνοώντας τις συριστικές φωνές που επέστρεφαν αγανακτισμένες, έκλεισα τα μάτια και προσευχήθηκα.

Το πάτωμα της βιβλιοθήκης άρχισε να τρέμει σα να έσειε τα βήματα του ο Πολύφημος. Άκουσα γύρω μου θορύβους από πανοπλίες και ανατριχιαστικές κλαγγές να με πλησιάζουν. Άγριοι βρυχηθμοί ξέσπασαν δίπλα στ’ αυτιά μου, για ν’ αφήσουν τη θέση τους σε μελωδικά καλέσματα, που διαπερνούσαν τη λογική μου. Τις Σειρήνες κάλυψαν εκκωφαντικά κρωξίματα που ανακλάστηκαν στους τοίχους και στο κορμί μου. Κραυγές αντήχησαν ξανά και το δάπεδο διπλώθηκε στα δύο. Πλάκες ακούστηκαν να θρυμματίζονται, βέλη και ακόντια σφύριξαν από παντού.

Συγκρατήθηκα και δεν άνοιξα τα μάτια για να μη θεριέψω τον πανικό μου. Στριφογύριζα τυφλά αγνοώντας φωνές, ήχους και τις αισχρές μυρωδιές της ψευδαίσθησης. Παρασύρθηκα σε κύκλους και έτρεξα προς κάθε κατεύθυνση, αλλά δεν συνάντησα ράφια, κολόνες ή τοίχους. Με τα χέρια υψωμένα περιπλανήθηκα για ώρα -ίσως ώρες και μέρες-, ώσπου κάποια στιγμή τα δάχτυλα του δεξιού μου χεριού έσπασαν σ’ έναν φλεγόμενο, μαρμάρινο όγκο. Ούρλιαξα.

Οι φωνές που με περικύκλωναν μεταβλήθηκαν σε κραυγές που δημιουργούνταν από πόνο και τον προκαλούσαν. Τα μαλλιά μου από κάποιο άγνωστο φαινόμενο σηκώθηκαν στον αέρα και απαίσιες δονήσεις σκαρφάλωσαν απ’ τα πόδια μου, κάνοντας τα δόντια μου να τρίζουν και ανακατεύοντας απαίσια τα σωθικά μου. Σπινθήρες τρύπησαν τα ακροδάχτυλά μου και απώλεσα την αίσθηση του χρόνου.

Χωρίς να διστάσω και αγνοώντας τους εκφοβισμούς των σκιών, παρακινούμενος από άλογες σκέψεις ακούμπησα την πυρωμένη επιφάνεια, και ούρλιαξα μία λέξη, σα να την ξερίζωνα από μέσα μου: «ΠΙΣΤΕΥΩ

Ακαριαία οι φωνές έπαψαν, μονάχα η εξασθενημένη ηχώ έζησε για λίγο εγκλωβισμένη στ’ αυτιά μου.

Η σιωπή επέστρεψε στο θρόνο της. Προσπάθησα να συνέλθω, επανέφερα την όρασή μου. Βρισκόμουν στο κέντρο μιας άδειας αίθουσας, μπροστά σ’ έναν ογκώδες βωμό που φύτρωνε απ’ το πάτωμα. Σκαλοπάτια ανέβαιναν στην κορυφή του. Ο βωμός ήταν ντυμένος με ακατανόητες σειρές από ρούνους, σφραγίδες και ιερογλυφικά, που παρέπεμπαν σε αρχετυπικά σύμβολα μητριαρχίας.

Ανέβηκα. Στην κορυφή ήταν απιθωμένο ένα ανώνυμο, κυανό βιβλίο. Το άγγιξα με δέος, χάιδεψα απαλά το ντύσιμό του, το σήκωσα. Ανίκητος πειρασμός με κατέβαλε. Το άνοιξα και φυλλομέτρησα με τρεμάμενα δάχτυλα.

Στην αρχή νόμισα ότι είχα λαθέψει. Αντίκριζα μόνο λευκές σελίδες, όλες άδειες, τίποτα απολύτως δεν υπήρχε γραμμένο στο βιβλίο των μυστικών. Ώσπου έφτασα στην τελευταία σελίδα. Εκεί υπήρχε γραμμένη η μοναδική πρόταση.

 

 

 

 

Στο τέλος των αιώνων, υπάρχει η αρχή

 

 

 

 

Τη διάβασα ξανά και ξανά μέχρι που δάκρυσα. Τύλιξα το βιβλίο μ’ ένα μαντήλι. Έφερα την παλάμη στο στήθος μου για να ηρεμήσω τους χτύπους της καρδιάς. Η αποστολή μου είχε ολοκληρωθεί. Δεν με ενδιέφερε αν η Βασίλισσα Μονοβύζα σκόπευε να παραμείνει παγωμένη στο χρόνο ή ν’ αναποδογυρίσει τον Λάδωνα μες στο Λούσιο.

Κατευθύνθηκα προς την έξοδο της βιβλιοθήκης, χωρίς να ξέρω πόσος χρόνος είχε περάσει. Αναλογίστηκα το ενδεχόμενο να δω τα μαλλιά του φρουρού να ‘χουν μακρύνει και τα γένια του θεριεμένα. Ή ακόμα και να βρω στη θέση του ένα σκελετό και τις πέτρες πιότερο γερασμένες.

Τίποτα δεν είχε συμβεί. Μόνο που χρειάστηκε να χτυπήσω πολλές φορές μέχρι να πεισθεί να μου ανοίξει και όταν τελικά το έκανε δειλά δειλά, μόλις μ’ αντίκρισε πισωπάτησε και σταυροκοπήθηκε. Το πρόσωπό του πάνιασε. Μπορεί στα μάτια του να ήμουν εγώ εκείνος του οποίου η μορφή είχε μεταβληθεί.

Πίσω απ’ την πλάτη του το υγρό φως της συσκευής με τύφλωνε. Παρατήρησα ξανά τις χαρακιές στον τοίχο. Νέες είχαν προστεθεί στη βάση του τοίχου. Μέτρησα είκοσι μία.

Έτρεξα στο τούνελ. Όταν ανέβηκα στην επιφάνεια κι άλλοι τρομαγμένοι παλατιανοί τραβήχτηκαν στο πέρασμά μου. Διέσχισα με σπρωξιές τους διαδρόμους του κάστρου, πήρα τα πράγματά μου και βολεύτηκα με προμήθειες απ’ την κουζίνα. Στο στάβλο ξεχώρισα ένα γερό άτι, το σέλωσα κι ανέβηκα. «Σε ονομάζω Σμέι και από αυτή τη στιγμή μού ανήκεις. Θα σε φροντίζω, αν με φροντίζεις κι εσύ. Θα ταξιδέψουμε στις άκρες του κόσμου και θα πάρουμε μέρος σε σπουδαίες μάχες», του είπα κι αυτό φρούμαξε συμφωνώντας.

Τράβηξα τα γκέμια λίγο πριν περάσω τα τείχη. Κοίταξα μια τελευταία φορά το φοβερό φρούριο της Άκοβας. Μπορεί σε ένα από στενά παράθυρα που έβλεπαν στον περίβολο, κρυμμένο μέσα σε υφάσματα, ένα ζευγάρι παγωμένα μάτια να με περιεργαζόταν.

Έκανα αποφασιστικά μεταβολή. Ο Σμέυ ανυπόμονος αναπήδησε στα δύο πόδια και ξεκίνησε να καλπάζει. Ο στοχασμός μου πετούσε ήδη σε άλλες χώρες.

 
 
 
 
    ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ - ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΩΝ
 
  •   
 
 TOP 5
 Η κατάσκοπος
 Hotel living
 Μετά τη Βροχή
 Πριν χαθεί η νύχτα
 Σαλαντίν ένας χαρισματικός ηγέτης
 
     BEST SELLERS & ΝΕΟΙ ΤΙΤΛΟΙ: €9.90
 
    3 ΒΙΒΛΙΑ ΜΕ €12
 
  
 
  
   
 
 Μάταιοι θησαυροί - Εύα Ομηρόλη 
   
 
ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΔΟΚΙΜΙΩΝ


 
 
Πριν χαθεί η νύχτα
Ευσταθίου Ευαγγελία
16,50€ 14,85€
σελ. 644
καλάθι
 
Η κατάσκοπος
Κοέλο Πάουλο
15,50€ 13,95€
σελ. 224
καλάθι
 
ΠΑΙΔΙΚΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ


 
 TOP 5 ΠΑΙΔΙΚΑ
 Τι μπορείς να κάνεις με μία ιδέα;
 Ο διαφορετικός μισομπουκίτσας
 O Αχτιδοϋφαντής
 Άφησα την ψυχή μου στον άνεμο
 Έχασα τη μύτη μου και ψάχνω να τη βρω
 
 
 
ΟΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΙ ΕΠΙΣΚΕΦΘΗΚΑΝ…BEST SELLERS & ΝΕΟΙ ΤΙΤΛΟΙ ΜΕ €9.90 
 
 
 
 
Ψηφιακά Βιβλία
 
Μυθιστόρημα
Δοκίμιο
Παιδικά-Εφηβικά
Εκπαιδευτικά
Ψυχολογία
Γενικά
 
Η εταιρεία
Ενημέρωση επενδυτών
Υποβολή Έργων
Προσωπικά Δεδομένα
Πολιτική Επιστροφών
Ασφάλεια Συναλλαγών
Όροι Χρήσης
Επικοινωνία
Translation rights
 
Glykeria Markopoulou
glykeria@livanis.gr
Διεθνή Best Sellers
 
Αγκριτζέντο
Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας
Εκατό χρόνια μοναξιά
© Εκδοτικός οργανισμός Λιβάνη | Σόλωνος 98, 10680 - Αθήνα | Τηλ.: 2103661200 | Fax: 2103617791 | Powered by eShopKey