Συγγραφέας: Ντίκενς Τσαρλς  

Quick Overview

Ο Τσαρλς Ντίκενς γεννήθηκε το 1812 στο Πόρτσμουθ της Αγγλίας. Ο πατέρας του ήταν δημόσιος υπάλληλος και ο μισθός του δεν επαρκούσε για να ζήσει η πολυμελής οικογένειά του: οκτώ παιδιά, από τα οποία ο Τσαρλς ήταν ο δευτερότοκος. Τα χρέη συσσωρεύονταν και η οικογένεια ζούσε σε διαρκή ανασφάλεια μέχρι το 1823, οπότε αντιμετωπίζει μια πραγματική οικονομική καταστροφή.
Ο πατέρας Ντίκενς φυλακίζεται στο Λονδίνο για τα χρέη του και σύντομα ολόκληρη η οικογένεια εγκαθίσταται μαζί του στην ειδική φυλακή Μάρσαλσι, όπως συνηθιζόταν την εποχή εκείνη, εκτός από το δωδεκάχρονο Τσαρλς, που βρίσκει δουλειά σ΄ένα εργοστάσιο βερνικιών για παπούτσια και ζει μόνος του σ΄ένα νοικιασμένο δωμάτιο.
Η τραυματική αυτή εμπειρία σημαδεύει τον ευαίσθητο Τσαρλς για όλη του τη ζωή και ο απόηχός της διαφαίνεται συχνά στα έργα του.
Ωστόσο, μετά από τρεις μήνες, ο πατέρας Ντίκενς αποφυλακίζεται, αφού δηλώνει χρεοκοπία, και λίγο αργότερα παίρνει το νεαρό Τσαρλς από τη δουλειά και τον στέλνει στο σχολείο, όπου το παιδί ζει τρία ευτυχισμένα χρόνια. Παρ΄ όλα αυτά, η ανάγκη επιβάλλει στο δεκαπεντάχρονο Τσαρλς να ξαναρχίσει να δουλεύει, τούτη τη φορά ως υπάλληλος σε δικηγορικό γραφείο. Δεν υπάρχουν περιθώρια για άλλες σπουδές.
Το επάγγελμα του γραφιά δεν ταίριαζε φυσικά στην πληθωρική ιδιοσυγκρασία του και γι' αυτό αποφάσισε να μάθει μόνος στενογραφία και να εργαστεί ως ελεύθερος ρεπόρτερ στα δικαστήρια αρχικά και αργότερα στη Βουλή. Μέσα στα επόμενα τρία χρόνια αρχίζει να γίνεται γνωστός για τα εξαιρετικά ρεπορτάζ του. Το 1833, στα είκοσι ένα του χρόνια, αρχίζει να δημοσιεύει σε περιοδικά τα πρώτα του Σκίτσα του Μποζ που βρίσκουν σημαντική απήχηση στο κοινό. Τον επόμενο χρόνο γίνεται μόνιμος συνεργάτης της εφημερίδας Morning Chronicle.
Το 1836 τα Σκίτσα του Μποζ εκδίδονται σε τόμο, σημειώνουν μεγάλη επιτυχία και αποτελούν την έναρξη της θριαμβευτικής λογοτεχνικής πορείας του Ντίκενς. Την ίδια χρονιά, οι εκδότες Τσάπμαν και Χολ τού αναθέτουν να γράφει τα κείμενα που θα συνόδευαν, σε μηνιαία τεύχη, τα σχέδια του δημοφιλούς σκιτσογράφου Σέιμουρ. Στην αρχή η ανταπόκριση του κοινού ήταν μέτρια, σύντομα όμως τα Εγγραφα Πίκγουικ (1836-37) γίνονται εκδοτικό φαινόμενο, ο κειμενογράφος επισκιάζει το σκιτσογράφο και οι ήρωες του Ντίκενς κυριολεκτικά λατρεύονται από το κοινό. Ενας παράγοντας που συντέλεσε σ΄αυτή την άνευ προηγουμένου επιτυχία ήταν ότι τα κείμενα δημοσιεύονταν σε φτηνά μηνιαία τεύχη. Ο Ντίκενς χρησιμοποίησε αυτή τη μέθοδο έκδοσης για όλα του τα κατοπινά μυθιστορήματα και το παράδειγμά του ακολούθησαν άλλοι σύγχρονοί του συγγραφείς. Ηδη εξαιρετικά διάσημος στα είκοσι τέσσερα χρόνια του κι ενώ εξακολουθούσαν να δημοσιεύονται τα Εγγραφα Πίκγουικ, ο Ντίκενς άρχισε να γράφει το Ολιβερ Τουίστ, που δημοσιεύεται το 1837 με αμείωτη επιτυχία.
Ακολουθεί το Νίκολας Νίκλεμπι (1838-39) και το Παλαιοπωλείο, που φτάνει στον εκπληκτικό για την εποχή αριθμό των 100.000 αντιτύπων. Το 1841 ο Ντίκενς τελειώνει το μυθιστόρημα Μπάρναμπι Ρατζ και ξεκινάει για ένα ταξίδι στην Αμερική, γεμάτος ενθουσιασμό για τη νεαρή αυτή Δημοκρατία. Η Αμερική τού επιφυλάσσει θριαμβευτική υποδοχή, ο Ντίκενς ωστόσο απογοητεύεται βαθύτατα απ΄όσα βλέπει εκεί, όπως φαίνεται στις Αμερικάνικες Σημειώσεις του, που δημοσιεύονται το 1842, μετά την επιστροφή του στην Αγγλία. Το 1843-44 δημοσιεύει το μυθιστόρημα Μάρτιν Τσάζελγουιτ, που δε βρίσκει την ίδια ανταπόκριση με τα προηγούμενα.
Ωστόσο, την ίδια εποχή θριαμβεύει η σειρά των Χριστουγεννιάτικων Βιβλίων. Κάπως πτοημένος από τη μέτρια επιτυχία του Μάρτιν Τσάζελγουιτ, ο Ντίκενς κάνει ένα μεγάλο ταξίδι στην Ιταλία, την Ελβετία και τη Γαλλία και σχεδιάζει με μεγαλύτερο ζήλο τα επόμενα μυθιστορήματά του. Από το 1846 ως το 1857 δημοσιεύει πέντε έργα: Ντόμπι και Υιός, Ντέιβιντ Κόπερφιλντ, Ερημο Σπίτι, Σκληροί Καιροί και Η Μικρή Ντόριτ. Τα τρία τελευταία αποτελούν δριμύτατες καταγγελίες της κοινωνικής αδικίας της εποχής, περισσότερο ίσως απ΄όλα τα άλλα έργα του συγγραφέα. Παρόλο που ο ίδιος σημείωσε από τόσο νέος μια απίστευτη κοινωνική και οικονομική άνοδο, δεν έπαψε ποτέ να μαστιγώνει με πάθος την οικονομική ανισότητα, την κοινωνική αδικία, την ανυπόφορη υποκρισία της βικτωριανής εποχής
. Ο Ντίκενς δεν είχε κάποια θεωρητική συνταγή για την αναμόρφωση της κοινωνίας, όπως ο σύγχρονός του και άγνωστός του Καρλ Μαρξ, απλώς διαμαρτυρόταν με πάθος γι΄αυτά που έβλεπε γύρω του. Ωστόσο, τα βιβλία του δεν αποτελούν απλά κηρύγματα. Απ΄αυτό τον προφυλάσσει όχι μόνο το τεράστιο λογοτεχνικό ταλέντο του αλλά και το εντελώς ιδιότυπο, καυστικότατο, αναρχικό του χιούμορ. Σ΄όλα του τα έργα το κωμικό στοιχείο είναι παρόν, ακόμα και οι ζοφερές ιστορίες του διανθίζονται με σατιρικές εμπνεύσεις που μερικές φορές αγγίζουν την περιοχή του μαύρου χιούμορ.
Καλλιτέχνης με πληθωρική ζωτικότητα, ο Ντίκενς δεν περιορίζει τις δραστηριότητές του στο γράψιμο των ογκωδών μυθιστορημάτων του, που ήδη, με τον τρόπο της δημοσίευσής τους σε μηνιαίες ή εβδομαδιαίες συνέχειες, απαιτούσαν αδιάκοπη και καθημερινή δουλειά. Αρθρογραφεί, εκδίδει κατά καιρούς εφημερίδες και περιοδικά, συμμετέχει ενεργά σε διάφορες προσπάθειες κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, ταξιδεύει, παίρνει μέρος μ΄ενθουσιασμό σε ερασιτεχνικές παραστάσεις, όχι μόνο ως σκηνοθέτης αλλά κι ως ηθοποιός, κάνει περιοδείες διαβάζοντας στο κοινό αποσπάσματα από το έργο του. Για να ξεκουράζεται, κάνει μακρινούς περιπάτους με γρήγορο βήμα και λατρεύει τα γλέντια και τα παιχνίδια. Το ίδιο πληθωρική είναι και η ιδιωτική του ζωή: το 1836, μετά από έναν τρίχρονο παράφορο έρωτα για την κόρη ενός τραπεζίτη, που λήγει άδοξα, παντρεύεται την Κάθριν Χόγκαρθ, κόρη ενός συναδέλφου του, δημοσιογράφου. Κάνουν μαζί δέκα παιδιά, αυτό όμως δε σώζει το γάμο τους, που ο Ντίκενς τον διαλύει, μετά από είκοσι δύο ολόκληρα χρόνια, για να δημιουργήσει ένα νέο με μια νεαρή ηθοποιό, την Ελεν Τέρναν.
Παρ΄όλα αυτά, συνεχίζει απτόητος τη συγγραφική του δραστηριότητα: το 1859 δημοσιεύει την Ιστορία Δύο Πόλεων, το 1860-61 τις Μεγάλες Προσδοκίες και το 1864-65 το Ο Κοινός μας Φίλος. Η υγεία του έχει αρχίσει πια να κλονίζεται, αυτό όμως δεν τον εμποδίζει να κάνει μια εξαιρετικά κουραστική περιοδία στην Αμερική το 1867-68 και μια δεύτερη στην Αγγλία το 1870. Στις 8 Ιουνίου 1870, καθώς διαβάζει αποσπάσματα των έργων του στο κοινό, παθαίνει συμφόρηση και πεθαίνει την επόμενη μέρα, αφήνοντας ατέλειωτο το τελευταίο του μυθιστόρημα, Εντουιν Ντρουντ.
Το πένθος για την απώλειά του ήταν πάνδημο και τάφηκε στη Γωνία των Ποιητών, στο Αβαείο του Γουεστμίνστερ. Τα έργα του εξακολουθούν να έρχονται τρίτα σε πωλήσεις στον κόσμο, μετά τη Βίβλο και το Κεφάλαιο του Μαρξ. Την εξήγηση γι΄αυτή τη μοναδική απήχηση του Τσαρλς Ντίκενς τη δίνει ίσως μια σημείωση ενός άλλου μεγάλου, του Λέοντα Τολστόι: «Η πρώτη προϋπόθεση για τη δημοτικότατα ενός συγγραφέα, το πρωταρχικό μέσο για να κερδίσει την αγάπη του κοινού, είναι η αγάπη με την οποία ο ίδιος μεταχειρίζεται τους ήρωές του.
Γι' αυτό οι ήρωες του Ντίκενς είναι οι φίλοι όλης της ανθρωπότητας. Αποτελούν το συνδετικό κρίκο ανάμεσα στον άνθρωπο της Αμερικής και τον άνθρωπο της Πετρούπολης».