"Η ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΜΙΣΤΡΟ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΠΟΛΥ ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ ΣΤΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΥ ΜΑΣ"

  • Όταν παίρνει κανείς στα χέρια του ένα βιβλίο, πολύ περισσότερο όταν του ανατίθεται να το παρουσιάσει, οφείλει να το σκάψει, να δει κάτω από το πετσί του όλες τις σημαίνουσες επιχωματώσεις του και να μπει στο απολαυστικό παιχνίδι των ιδεών μέσα στις ιδέες.

    Γράφει η Ελένη Στεφανοπούλου
     
    Το βιβλίο του Στρατή Γαλανού είναι ένα βιβλίο πληθωρικό, πρισματικό, ευρυγώνιο, κατάμεστο από ιδέες, στοχαστικές σκέψεις και γνώσεις, που εξαντλεί και την παραμικρή λεπτομέρεια. Οπότε η επιλογή δύσκολη. Ωστόσο, παίρνοντας αφορμή από την Τάξη του Λόγου του Μισέλ Φουκώ, αποφάσισα να μπω σαν κλέφτης στη ροή του λόγου, να αφεθώ στο ελεύθερο ξετύλιγμά του μέχρι οι λέξεις να με βρουν και να τις βρω. Σ’ ένα παράδοξο αντάμωμα. Σε μια σχέση συναμφότερη.
     
    Είναι λοιπόν Η Διαδρομή και ΤΟ κόμιστρο ένα ιστορικό μυθιστόρημα, μια διαπλοκή μύθου και ιστορίας.   
     
    Ένα αυτοκίνητο Oldsmobile Viking Special Deluxe Patrician Sedan, θηλυκού γένους, αφηγείται τον βίο και την πολιτεία του όπως την κατέγραψε το ίδιο λίγο πριν από τον βίαιο και τραγικό θάνατό του. Μια ζωή που συνδέεται με τις ιστορίες των ανθρώπων που κάθισαν στο τιμόνι του αλλά και των επιβατών που φιλοξενήθηκαν στο σαλόνι του. Το αυτοκίνητο δίνει τον λόγο και στους ανθρώπους αυτούς, που ξεδιπλώνουν με τους αντιστικτικούς μονολόγους τους τον εσωτερικό τους κόσμο: τις μύχιες σκέψεις, τα συναισθήματα, την ερημιά, τις ματαιώσεις τους, τις αναμνήσεις, τους εν ζωή θανάτους τους, δίνοντας με τη φυσικότητα, τη ζωντάνια και την ιδιόλεκτη γλωσσική ποικιλία  τους πολυφωνία και δραματικότητα στην αφήγηση. Ωστόσο, ενώ το αυτοκίνητο μιλά σε πρώτο πρόσωπο γνωρίζει περισσότερα από όσα δικαιούται, γνωρίζει δηλαδή και αυτά που δεν υπέπεσαν στην αντίληψή του από τη συμμετοχή του στην ιστορία. Έτσι η πρωτοπρόσωπη αφήγηση του αυτοκινήτου αποκτά τη δυναμική και τη συμπεριφορά της τριτοπρόσωπης αφήγησης, στην οποία ο αφηγητής ως παντογνώστης-θεός μπορεί να μιλά για τα πάντα, ακόμα και για τις μύχιες σκέψεις των ηρώων, χωρίς να μετέχει στην ιστορία. Είναι ένα ενδιαφέρον εύρημα του συγγραφέα το οποίο προικίζει την αφήγηση με την αμεσότητα και την πειστικότητα της προσωπικής μαρτυρίας του πρώτου προσώπου, αλλά ταυτόχρονα και με την αντικειμενικότητα του τρίτου προσώπου. 
     
    Πρόκειται λοιπόν για μια πολυεπίπεδη, πολυφωνική on the road αφήγηση που διατρέχει μια ολόκληρη εποχή. Από  την Αμερική της Μεγάλης Ύφεσης ως την Ευρώπη του Μεσοπολέμου και μέχρι την κατοχική Αθήνα του Μεγάλου Λιμού και της Αντίστασης. Από την αφήγηση δεν λείπει η φωνή του ιστορικού, η παρουσία ιστορικών προσώπων αλλά και ιστορικών ντοκουμέντων.  
    Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με τις κινηματογραφικές εικόνες αλλά και τη χρήση τεχνικών του κινηματογράφου μας επιτρέπουν να πούμε ότι η αφήγηση ξεδιπλώνεται σαν ένα δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ, ή και κινηματογραφική ταινία, με τον φακό να καταγράφει πανοραμικά όλα τα πλάνα, όλο το εύρος της εικόνας δίνοντας την αντικειμενική ματιά της τριτοπρόσωπης αφήγησης ή να ζουμάρει δίνοντας αντίστοιχα την υποκειμενική ματιά της πρωτοπρόσωπης αφήγησης κατ’ αναλογίαν με τη λογοτεχνική αφήγηση σε πρώτο ή τρίτο πρόσωπο.
     
    Η Oldsmobile δεν ανήκει στον ψηφιακό κόσμο, αλλά στον κόσμο της καρδιάς, της φαντασίας. Δεν λειτουργεί με αλγόριθμους και δεδομένα. Δεν έρχεται από το μέλλον αλλά από το παρελθόν. Η Oldsmobile νιώθει, πονάει, ονειρεύεται, ερωτεύεται, έχει επίγνωση του εαυτού της, συνείδηση του φύλου,  της τάξης της, του καιρού της. Γιατί είναι η φαντασία του συγγραφέα που της ενεφύσησε πνοή: ζωή, πνεύμα και γλώσσα. Και την προίκισε με μια σπάνια ενσυναίσθηση. Ευχή και κατάρα ταυτόχρονα. Αλλά η φαντασία ακουμπάει πάντα στην πραγματικότητα και κατά τούτο διαφέρει από τη φαντασίωση. Και είναι οι ερειπιώνες της μνήμης. Που αφηγούνται όχι μόνο τις ιστορίες των ανθρώπων τους αλλά και τις δικές τους ιστορίες. Αρκεί να θέλουμε να τις ακούσουμε. 
     
    Για την Oldsmobile  ο πόνος του άλλου γίνεται και δικός της πόνος. Πόνος και ενοχή αν γίνει η αιτία να πονέσει ο άλλος. Ένας πόνος αφομοιωτικός που δυσκολεύεται να βρει το μέτρο της απόστασης. Ίσως γιατί  απεγνωσμένα προσπαθεί να ανασυστήσει την εικόνα του νονού και πατέρα της Ράνσομ Ιλάι Όλντς, αυτού του ενσαρκωτή του αμερικανικού ονείρου που την εμπνεύσθηκε και τον οποίο δεν γνώρισε ποτέ. Γι’ αυτό πολλές φορές διχάζεται, παραπονιέται και κλαίει τη μοίρα της. Ωστόσο, δίπλα σ’ αυτό το ναρκισσιστικό εγώ-παιδί υπάρχει και το υπόλοιπο εγώ που η ανεπτυγμένη συνείδησή της χρησιμοποιεί για να αντλεί νέα περιεχόμενα με την αυτοπαρατήρηση και τον αναστοχασμό. Η διαδρομή της είναι η διαδρομή προς την ενηλικίωση. Μια σπουδή μαθητείας. Η Oldsmobile είναι η ώριμη συνείδηση που διακρίνει τα πολλαπλά πρόσωπα του εαυτού της, των ανθρώπων και της ιστορίας και στοχάζεται γι’ αυτά με νου και ευαισθησία, χωρίς εμπάθειες και προκαταλήψεις, μια στάση που δικαιώνει το ιστορικό μυθιστόρημα. 
     
    Η Oldsmobile κουβαλάει στους ώμους της τη σκόνη της ιστορίας ή καλύτερα είναι η ίδια η ιστορία. Η μετωνυμική ονομασία της. Το περιέχον και το περιεχόμενο του ιστορικού γίγνεσθαι. Μήπως η ιστορία δεν είναι κίνηση, τροχός; Δεν είναι το μεγάλο τετράτροχο που διασχίζει θάλασσες και ηπείρους; Κι όπου υπάρχει κίνηση, υπάρχει και διαλεκτική. Το σαλόνι της Οldsmobile είναι η διαλεκτική της ιστορίας. Στο ίδιο αυτό σαλόνι κάθισαν καιροσκόποι, ιδεαλιστές, εγκρατείς και έκλυτοι, ξεπεσμένοι αριστοκράτες, πόρνες, κυρίες, ήρωες και προδότες.  Ναζιστές, μαυραγορίτες, κομισάριοι, εκτελεστές. Το σαλόνι της Olds Mobile είναι ο καθρέφτης ενός κόσμου αντεστραμμένου, ενός κόσμου σπαρασσόμενου από τις αντιθετικές δυνάμεις. Πώς συνομιλούν οι δυνάμεις αυτές; Ποια τα όρια και η δυναμική τους; Πώς φιλιώνουν; 
     
    Η Oldsmobile γεννιέται το 1929, την αποφράδα Τρίτη των χαμένων ψευδαισθήσεων στο Λάνσινγκ του Μίσιγκαν και βιώνει όλες τις συνέπειες του οικονομικού κραχ: ανέχεια, φτώχεια, ταραχές, ταξικές συγκρούσεις, εργατικές απεργίες, ληστείες, εγκλήματα που ανακοινώνονται από τα ερτζιανά για να καλύψουν τον φόβο –πάντα το κακό έρχεται απέξω, σχολιάζει. Και μέσα σ’ όλα αυτά η εύκρατη ζώνη του πλούτου που οχυρώνεται χτίζοντας ψηλότερα τείχη στις επαύλεις της. Σ’ αυτήν ανήκει και η ιδιοκτήτριά της Ρόουζ Σίλβερστοουν, μια γυναίκα δύστροπη και φιλάργυρη αλλά φανατική μουσικόφιλη. Κι ύστερα μια προσωρινή ανάπαυλα που αναγγέλλεται με το αισιόδοξο τραγούδι Happy days are here again μέχρι να φανούν και πάλι τα σύννεφα του πολέμου, που ωθούν χιλιάδες ευρωπαίους να αναζητήσουν ασφάλεια στην αμερικανική ήπειρο, ενώ την ίδια στιγμή το ρεύμα των γεγονότων την ξεβράζει σε μια μάντρα στον Πειραιά. Σ’ αυτόν τον κακοτράχαλο τόπο, με τους λασπότοπους, τα στενοσόκακα και τα προσφυγικά χαμόσπιτα που τα χρυσώνει ο ήλιος.  Η Oldsmobile ρουφά άπληστα τα στιγμιότυπα και μιλά για την ακρωτηριασμένη Ομορφιά που στεφανώνει το κεφάλι της ιερής πόλης της Παλλάδας που δεν μπόρεσε να σώσει τον κόσμο ούτε και να προφυλαχτεί από τον κόσμο. Την ταξική διαστρωμάτωση, τον πλούτο, τους μικρομεσαίους και τη φτώχεια που μοιάζει σαν εκ γενετής αναπηρία συγκριτικά με την πατρίδα της όπου η φτώχεια είναι μία ασθένεια και στην οποία αποδίδει τη γέννηση της αρχαίας τραγωδίας. Είναι αλήθεια ότι το άγονο του εδάφους, η γυμνότητα του τόπου, που δεν επέτρεπε τη συγκέντρωση μεγάλου πλούτου, η δωρική του λιτότητα, αλλά και το συναπάντημα της μοίρας του με την τρομοκρατική όψη της ιστορίας μέσα από τους συνεχείς πολέμους, τις έριδες και τις καταστροφές όξυναν το πνεύμα των κατοίκων και ανέπτυξαν ένα τραγικό αίσθημα της ζωής. Θα ήταν ωστόσο ενδιαφέρον να πούμε ότι πίσω από την αρχαία τραγωδία είναι «ο θεός που γίνεται μάσκα». Θέατρο. Γιατί αυτό το τραγικό αίσθημα ζυμώθηκε με ένα φιλοσοφικό στοχασμό ο οποίος συμπορεύθηκε με το άλογο, το ιερό, το μη ειπώσιμο, με αυτό που υπερβαίνει την ανθρώπινη κλίμακα. Οι αρχαίοι Έλληνες συμβίωσαν με το τραγικό γιατί «είχαν βαθιά και εναργή συνείδηση της δύναμης, του θάμβους αλλά και του κινδύνου που έχει το Παράλογο» (E.R. Dodds, Οι Έλληνες και το παράλογο).
     
    Η Oldsmobile καταλήγει στον προσφυγικό καταυλισμό της Νέας Ιωνίας, στο σπίτι του νέου της αφεντικού, του Γιώργη, ο οποίος τη φωνάζει Πατρίτσια.  Και συνδέεται μ’ έναν ανεπίδοτο έρωτα με τον Γιώργη, που είναι παντρεμένος με την Ειρήνη και ο οποίος την μετατρέπει σε αγοραίο ταξί. Μολονότι το βιώνει αυτό ως ξεπεσμό, ενώνεται μαζί του με ένα συμβολικό γάμο  μέχρι τέλους -ένα στεφάνι με γαρδένιες πλεγμένο από τον ετεροθαλή αδελφό του… και μια πρόταση «… είναι δική μου! Καταδική μου!»- μαθαίνει την ελληνική γλώσσα για να γίνει από ωσάν κι αυτούς μία απ’ αυτούς και δένεται με τον τόπο, την οικογένειά του και τον φιλικό τους περίγυρο. Τα αφεντικά της παραμυθάδες, τερατολόγοι και λάτρεις των μεγάλων αφηγήσεων, ράθυμοι κι ολιγαρκείς, χωρατατζήδες κι αθυρόστομοι, πουριτανοί κι ηθικολόγοι που άλλαζαν σιγά σιγά όπως άλλαζε και η ίδια. Οι ιστορίες τους ένα οικογενειακό χρονικό μέσα στο μυθιστόρημα. Πανοραμικό… Γιώργος και Ειρήνη. Στράτος κι Ευτυχία. Γιώργος και Στράτος. Ειρήνη κι Ευτυχία. Γιώργος και Ειρήνη κι Ευτυχία και Στράτος.  Γκρο πλαν: Στράτος κι Ευτυχία. Κουμπάροι και φίλοι. Η Ευτυχία που συνδυάζει την θρησκευτική πίστη με την κομμουνιστική ιδεολογία κι ο αδιάφορος για όλα αυτά Στράτος. Και τα παιδιά τους. Κι ο κομισάριος Μήτσος, ξάδελφος της Ευτυχίας, με την τυφλή πίστη στον μονόφθαλμο προλεταριακό διεθνισμό. Κι ο μικρός Βασίλης, ανιψιός της Ειρήνης, ορφανός και από τους δύο γονείς. Ο οξυδερκής, στοχαστικός κι ευαίσθητος Βασίλης. Η νέα γενιά που υπόσχεται στο μέλλον. Όπως και η Ειρήνη. Αυτή η ενδιαφέρουσα γυναικεία περσόνα που αναλαμβάνει δυναμικά την επιβίωση της οικογένειας και ωθεί τον παραιτημένο Γιώργη σε δράση. Κι οι γονείς του Βασίλη κι οι γιαγιάδες και άλλοι…  Ζωντανοί και ολοκληρωμένοι χαρακτήρες. Ανάμεσα στις ιστορίες τους περνάει η μεταξική δικτατορία, η ιταλική επίθεση, η συγκρότηση της εθνικής ενότητας ερήμην της πολιτικής ηγεσίας, η είσοδος του γερμανικού στρατού στην Αθήνα, οι δωσίλογες κυβερνήσεις, η δράση των ταγμάτων ασφαλείας, των μαυραγοριτών και η διαπλοκή τους με τις κατοχικές δυνάμεις, οι διωγμοί των εβραίων,  η αντίσταση, οι διαμάχες των αντίπαλων παρατάξεων μέχρι τις παραμονές της αναχώρησης του γερμανικού στρατού.
     
    Ο συγγραφέας, ωστόσο, επιχειρώντας μια διαφορετική προσέγγιση, εστιάζει κυρίως  στα παρασκήνια της ιστορίας, στο χαρμάνι της ζωής που βράζει. Σ’ αυτό το εν τω μεταξύ, σ΄ αυτό το ανάμεσα ανθρώπου και ιστορίας, όπου η ζωή ξεβράζει τα κουφάρια της και όπου γράφονται οι μικροϊστορίες της καθημερινότητας, των ανώνυμων ανθρώπων και  τα ατομικά πεπρωμένα τους: Οι στολές που μας φοράνε. Η στολή του Μπάρι, του αγαπημένου πρώτου οδηγού της Πατρίσια,  αυτή η υπενθύμιση της ταξικής του καταγωγής που τον οδηγεί στην καταστροφή στην προσπάθειά του να την υπερβεί και να περάσει απέναντι. Η συντριπτική ερημία του πλούτου στο πρόσωπο της Σίλβερστοουν, η εκδικητικότητα και η βουλιμία της κληρονομικής διαδοχής στο πρόσωπο του ανιψιού της Κλάρενς. Η φωτογένεια της αριστοκρατίας που λάμπει μέσα στο ψέμα και την υποκρισία, η φωτογένεια της φτώχειας που τη μισεί γιατί θέλει να της μοιάσει. Και η ιταλική στολή. Η γιορτή του πολέμου, τα ξέφρενα πλήθη στους δρόμους και στο Σύνταγμα, το πολυφωνικό τραγούδι τους, οι ουρές στα θέατρα. Και η γερμανική στολή. Στολές δίχως κορμιά, μάσκες δίχως πρόσωπα.  Η προστακτική έγκλιση: Οι απαγορεύσεις, τα δεν, τα μην, η φίμωση του ραδιοφώνου που ωθεί τον Γιώργη στην πρώτη επαναστατική του πράξη. Η μπόχα της διαφθοράς, της σήψης. Η απληστία του χρήματος, της ηδονής εν καιρώ πολέμου. Οι μαβραγορήτες του λαδιού, οι κρεμασμένοι, η μάνα. Οι προδοσίες. Οι επιδημίες, η πείνα, τα συσσίτια. Τα γλέντια και οι μουσικές. Το πιάτο το φαΐ που η Ειρήνη άφηνε στο πέτρινο σκαλοπάτι του σπιτιού της Ευτυχίας. Ο συγκινητικός αγώνας της με την αυτοσχέδια επιχείρηση γαλλικών αρωμάτων. Ο Γιώργης πεσμένος στο έδαφος με τη βαλίτσα ανοιχτή και τους δίσκους του γραμμοφώνου του σκορπισμένους τριγύρω, τους δίσκους που πήγαινε να πουλήσει για ένα ξεροκόμματο. Και δυο ναζιστικά πόδια που τον σώζουν τελευταία στιγμή από βέβαιο θάνατο -Τι έκανε ο άνθρωπος; Δίσκους πουλάει.- σε μια αναλαμπή ανθρωπιάς και πιστής τήρησης των κανονισμών. Η στάχτη των εβραίων, επίτευγμα ενός απρόσωπου, μαζικού, βιομηχανοποιημένου πολέμου, οι εβραίοι στην πλατεία που δεν ξέρουν πού τους πάνε, οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης που χαζεύουν το θέαμα παραδομένοι στην ηδονή του βλέμματος, η αρπαγή  των περιουσιών τους. Τα αγγελτήρια του θανάτου. Οι νεκροί στους δρόμους. Το παιδί της πόρνης στα σκουπίδια, το νεκρό παιδί της Ευτυχίας. Κι όταν πεθαίνει ένα παιδί διασαλεύεται η τάξη του κόσμου. Η Πατρίτσια στις πιάτσες προς άγραν πλούσιων πελατών. Η Πατρίτσια που σώζει δυο εβραίους, μαζί και τη ζωή της, τη μίζερη και σπαταλημένη, που αίφνης εξυψωνόταν από τον βούρκο. Η Πατρίτσια που συμμετέχει στην εκτέλεση του δωσίλογου υπουργού εργασίας και νιώθει να αποκτά νόημα η ζωή της αλλά διαπιστώνει και την ψυχική της αποτελμάτωση. Οι απλοί ανώνυμοι άνθρωποι που μένουν αμέτοχοι εν τω μέσω του πολέμου δίνοντας τον αγώνα της επιβίωσης, αλλά που ορθώνονται χωρίς να αναλογιστούν τις συνέπειες γράφοντας το πεπρωμένο τους όταν το τυχαίο, η ζωή τούς ζητά το ΝΑΙ.  Το Ναι που γίνεται το Non serviam, το δεν θα υπηρετώ, το  ΌΧΙ του ασήμαντου ανθρωπάκου. Και είναι αυτοί  που «γράφουν» ταυτόχρονα στη συνείδηση της Πατρίτσια περισσότερο από τους στρατευμένους ήρωες. Όπως ο Γιώργης. Όπως η συφιλιδική πόρνη. Ο συγγραφέας τιμά τους ήρωες αυτούς, που τα ονόματά τους δεν πρόκειται ποτέ να βάλει στο στόμα της η ιστορία, φέρνοντάς τους στο λογοτεχνικό προσκήνιο, κάτι αναμφίβολα πολύ σημαντικό και για την ίδια τη λογοτεχνία.    
     
    Δεν είναι τυχαίο που σ’ αυτήν την ενότητα του βιβλίου, η οποία αφορά την περίοδο της κατοχής στην Αθήνα, ο συγγραφέας χρησιμοποιεί δομικά στοιχεία της αρχαίας τραγωδίας. Αν η Πατρίτσια είναι ο κήρυκας των γεγονότων, η ανώνυμη συλλογική φωνή, το συλλογικό πάσχον σώμα είναι ο χορός που εισέρχεται από την πλάγια είσοδο στην ορχήστρα από κεφάλαιο σε κεφάλαιο και άδει τις παρόδους, που μας προϊδεάζουν για τα γεγονότα που θα επακολουθήσουν, τα στάσιμα ανάμεσα στα επεισόδια αλλά και τους κομμούς, τα θρηνητικά τραγούδια, κατά τη διάρκεια των επεισοδίων  υπογραμμίζοντας το νόημα των γεγονότων. Η αφήγηση συνοδεύεται σε όλη της την έκταση από  αναφορές σε ποικίλα είδη μουσικής και τραγούδια όπως: όπερα, κλασσική μουσική, μουσικό δράμα, τζαζ, τραγούδια του πολέμου, λαϊκά τραγούδια, σμυρνέικα, ρεμπέτικα, τραγουδάκια του μιούζικ χολ, φασιστικούς ύμνους… Η κηδεία της Σίλβερστοουν μοιάζει με όπερα μπούφα, ενώ η πολλαπλή εστίαση στις φωνές των ταγματασφαλιτών συνθέτει το τραγούδι του θανάτου, της ψυχικής αποτελμάτωσης. Το μυθιστόρημα είναι δομημένο σαν μια υβριδική μουσική σύνθεση, μια συμφωνία παράταιρων φωνών με ένα πρελούδιο για εισαγωγή και ένα ιντερμέτζο ανάμεσα στις δύο ενότητές του, ενώ κλείνει με το ερώτημα «Τι μας ξημερώνει αύριο;», που μοιάζει σαν εξόδιο χορικό τραγούδι και μένει ανοιχτό ως μία επώδυνη εκκρεμότητα. Μήπως τελικά όλα είναι ήχος, δόνηση, παλμός, άλλοτε κακοφωνισμένος, εφιαλτικός και άλλοτε θεσπέσιος, που όλοι μαζί συνθέτουν τη μουσική του Κόσμου; 
    Το αυτοκίνητο μας μοιάζει και του μοιάζουμε. Οι προβολείς είναι τα μάτια του, η μηχανή τα σπλάχνα, οι τέσσερις τροχοί τα τέσσερα άκρα του, το σαλόνι ο εσωτερικός κόσμος του, ο οδηγός ο νους, η κίνηση Και κάθε φορά που η μανιβέλα μπήγεται βαθιά… στο μπροστινό μέρος του σώματός της… Το ήσυχο κορίτσι μεταμορφώνεται στο λεπτό σε ατίθαση μαινάδα… Ωστόσο, το αυτοκίνητο κατασκευάστηκε για να εξυπηρετήσει ανθρώπινες ανάγκες. Serviam: Θα υπηρετώ τους ανθρώπους και ζητώ τη φροντίδα, το χάδι, την αγάπη τους, λέει η Πατρίτσια. Αυτό όμως έχει μία αγαθότητα. Ποια ήταν η τύχη αυτής της αγαθότητας μέσα στον πολιτισμό;
     
    Το αίτημα της Πατρίτσια για χάδι και φροντίδα, που τα βρίσκει στον Μπάρι, τον πρώτο οδηγό της, και στον Γιώργη, αλλά οπωσδήποτε όχι στο χούφτωμα του εμπόρου, υπαινίσσεται την αποξένωση του ανθρώπου από τα πράγματα που χρησιμοποιεί, την απουσία κάθε συναισθηματικού δεσμού αλλά και την αποπροσωποποίηση των ανθρώπινων σχέσεων. Μιλώντας για τη σχέση της με τους ανθρώπους και τους κατασκευαστές της καθρεφτίζει ένα γενικό πρόβλημα που προκύπτει από την αλλοτρίωση της εργασίας, την εμπορευματοποίηση, τη φετιχοποίηση των προϊόντων και τη χρήση τους για τη μετατροπή των ανθρώπων σε αντικείμενα εκμετάλλευσης.  Έτσι το αυτοκίνητο γίνεται μέσο κοινωνικής καταξίωσης και προβολής. Δηλωτικό κοινωνικής τάξης. Μέσο διέγερσης της επιθυμίας, δημιουργίας πλαστών καταναλωτικών αναγκών και ονείρων  επειδή όποιος ελέγχει τα όνειρα των ανθρώπων ελέγχει και τις ζωές τους.  Η γέννηση της Πατρίτσια σημαδεύεται από τη βίωση της ανθρώπινης οδύνης όταν κόβονται τα τρία δάχτυλα ενός εργάτη. Αλλά η εργαλειοποίηση του εργάτη με τον καταμερισμό της εργασίας που του στέρησε τη χαρά της δημιουργικής συμμετοχής στο παραγόμενο προϊόν είχε ήδη καταστήσει τα χέρια αυτά νεκρά. Η Πατρίτσια μιλάει για το αλληλοφάγωμα των κατασκευαστικών εταιρειών στο όνομα του κέρδους, για τη στάση τους απέναντι στα αυτοκίνητα όταν περάσει η μπογιά τους και νιώθει σαν στυμμένη λεμονόκουπα  όταν ο Κλάρενς τη βρίσκει γερασμένη και την πουλάει. Γρανάζι της μηχανής είμαστε… Μόνο η χρησιμότητα μετράει.., λέει η Πατρίτσια. 
    Είμαστε το γρανάζι της μηχανής όχι μόνο στην παραγωγική διαδικασία αλλά ενός καλοστημένου συστήματος που επέφερε τη μηχανοποίηση του ανθρώπου αλλά και όλης της ζωής. Αλλοτριωμένοι. Αναλώσιμοι. Παθητικοί, μοιραίοι και άβουλοι. Την ίδια στιγμή που η αλματώδης εξέλιξη του τεχνικού πολιτισμού και ο  εξανθρωπισμός της μηχανής θέτουν πολλά ερωτήματα για τη ζωή και το μέλλον μας. 
     
    Το αυτοκίνητο μας μοιάζει και του μοιάζουμε γιατί είμαστε το αυτοκίνητο που άλλοι οδηγούν. Δούλοι και όχι κύριοι. Ετεροπροσδιορισμένοι από τον κυρίαρχο λόγο, τις τυφλές ιδεολογίες, τη μαζική αντίληψη, αυτήν την ανεγκέφαλη πόρνη, όπως την αποκαλεί ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, και αρνητές της αλήθειας μας. Οι ιδεολογίες πέθαναν μα οι ιδέες μένουν. Ποιος εντέλει είναι ο κύριος και πώς γίνεται το πέρασμα από τον δούλο στον κύριο; Είναι ο κύριος ο απόλυτος κυρίαρχος του δυτικού πολιτισμού που βαδίζει ατρόμητος τον ευθύγραμμο δρόμο της προόδου γυρίζοντας την πλάτη στον φόβο του θανάτου, όχι μόνο του φυσικού θανάτου αλλά και των καταστροφικών δυνάμεων που φέρει μέσα του ο άνθρωπος; Συνθήκη που βγάζει το παράλογο ξυπόλητο στον δρόμο και οδηγεί στον  αυτοεκμηδενισμό; Αλλά ex nihilo nihil. Δεν είναι τότε που γεννιούνται τα τέρατα; Και πώς γίνεται το πέρασμα από τον δούλο στον κύριο αν όχι με την αποδοχή του φόβου που νοηματοδοτεί τη ζωή, αν όχι με την αυτεπίγνωση, τον αναστοχασμό και την αυτοσυνειδησία που μας επιτρέπουν να οδηγούμε εμείς το αυτοκίνητο που είμαστε, να ζούμε ως αιτία και όχι ως αποτέλεσμα της δημιουργίας των άλλων; Και είναι αυτός ο φόβος, ο φόβος της αρχής και του τέλους, που παραλύει τη λογική της Πατρίτσια, που σχηματίζουν έναν τέλειο κύκλο σαν φίδι που δαγκώνει την ουρά του και μέσα του βρίσκεται εγκλωβισμένη και παράλυτη. Πώς θα ξεφύγω; αναρωτιέται;. Ο φόβος, που με παγίδευσε, αυτός θα με βγάλει από τον κλοιό μου …. Γι’ αυτό δε λέμε ιστορίες; Επειδή φοβόμαστε; Για να ξορκίζουμε τον φόβο, για να φοβόμαστε λιγότερο… τώρα που το φως σβήνει κι η νύχτα απλώνεται σιωπηλή κι ανελέητη; είναι η απάντησή της.      
     
    Η Διαδρομή και ΤΟ κόμιστρο είναι ένα πανόραμα ιδεών, μια πολύ σημαντική στιγμή στα λογοτεχνικά πράγματα του καιρού μας.
     
    Ο Στρατής Γαλανός κομίζει δύσκολες αλήθειες μιλώντας με έκδηλο σκεπτικισμό για όλα όσα ήδη θίξαμε αλλά και για την κοινοτοπία, την Ωραιότητα του Κακού, τις ιδεολογίες, τον ηρωισμό, τα κίνητρά του, τις αυταπάτες. Για τη γλώσσα, τη μητρική της αγάπης, τις αγαπημένες του λέξεις, τις ταπεινές, το που, το πώς, το γιατί και το διότι, το και το ενωτικό, τις λέξεις θαύματα, τις λέξεις αγχόνες, τις λέξεις εμβατήρια, τις λέξεις καταδίκες αθώων, όλα μα όλα οι λέξεις τα προκάλεσαν, τα ηρωικά και τα φρικώδη…, τα ποταπά και τα σπουδαία, όλα όσα με λέξεις τώρα αφηγούμαι.   Για τη συνήθεια, τη σχέση της με το ήθος, το πένθος, την κόλαση που είναι η ίδια η ζωή αναλύοντας διεξοδικά τους επτά κύκλους της  κόλασης του Δάντη, τον Παράδεισο, το Μηδέν, τον Θεό, τη θρησκεία, τη διττότητα της ανθρώπινης φύσης, τις αντινομίες της και όσα άλλα αφορούν αυτή την ιλαροτραγωδία που είναι η ζωή. 
     
    Η γλώσσα του καταιγιστική, σκληρή, σαρκαστική και αυτοσαρκαστική πολλές φορές, κυνική – η κρυψώνα των ευφυών και το καταφύγιο των απελπισμένων, όπως λέει. Ο Στρατής Γαλανός δεν φοβάται τις λέξεις. Ξεγυμνώνει το Κακό, την ανθρώπινη αθλιότητα με παρρησία γιατί «ένα βιβλίο πρέπει να πέφτει σαν τσεκούρι στην παγωμένη θάλασσα που είμαστε μέσα μας» (Κάφκα). Ωστόσο οι λέξεις πάντα επικαλούνται τις αντίθετές τους, πάντα ψάχνουν την ολότητά τους, την επιστροφή τους σ’ αυτό το βιγκοτσκικό σύννεφο που είναι η γλώσσα από το οποίο πέφτουν οι λέξεις όπως πέφτουν οι σταγόνες της βροχής. Εκεί όπου το ιερό συγκατοικεί με το ανίερο, το όσιο με το ανόσιο. Και έτσι οι λέξεις του Στρατή Γαλανού συναντιούνται με τη νοήμονα κατανόηση, την τρυφερότητα, την αγάπη, αυτήν που γλυκαίνει τον Βασίλη όταν το τρυφερό χέρι της Ειρήνης τον αγγίζει και σταματάει έτσι να βασανίζει τις γάτες. Και οσμίζονται, κάνοντας ένα διαλεκτικό μοντάζ των αντιθέτων, ακόμα και στον ναζιστή τα ίχνη της ελάχιστης ανθρωπιάς, αυτήν την ανθρωπίλα που αντιστέκεται και επιμένει. Ως τι άλλο αν όχι ως υπαινιγμός ενός ανεπίγνωστου στη συνείδηση, αλλά απρόσβλητου και ακέραιου κομματιού της ύπαρξης, το οποίο απλώς είναι και μένει και όπου οι αντινομικές δυνάμεις βρίσκουν τη φυσική τους σχέση και ειρηνεύουν; Και μήπως αυτό είναι το σημείο τομής της πόλης με την ιστορία;
    Η Διαδρομή και ΤΟ κόμιστρο είναι η διαδρομή μας μέσα στην κόλαση που φτιάξαμε και το τίμημα που πληρώνουμε, ο οβολός που δίνουμε  στον βαρκάρη του Αχέροντα για να μας περάσει απέναντι.   
    Σήμερα ο κόσμος μοιάζει με σώμα κομμένο στα δύο. Με ένα ποίημα που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Έχει μόνο αρχή και τέλος. Του λείπει η μέση. Το χειροφίλημα. Ο ασπασμός. Το ενδιάμεσο κενό είναι το κενό ανάμεσα στο «νιώθω» και το «γνωρίζω». Η ποίηση ως τρόπος του υπάρχειν δεν είναι παρά η σωστική μεταμέλεια του κενού. 
     
    Είναι, λοιπόν, η ιστορία ο μύλος που αλέθει τις ανθρώπινες ζωές; Η Κλωθώ που σφραγίζει τη μοίρα τους; Ο αποκλειστικός κυρίαρχος του παιχνιδιού; Ποια η ιστορική βαρύτητα του ατόμου και η θέση του μέσα στην ιστορία; Πώς συμπλέκεται το ατομικό με το συλλογικό; Και εντέλει ζούμε στα αντίτυπα της ιστορίας, στις αναγκαστικές επαναλήψεις της, το ίδιο όπως και σε ατομικό επίπεδο; Και μήπως μια ιψενική επανάσταση των ψυχών θα μπορούσε να είναι μία απάντηση; 
     
    Αυτά και άλλα κρίσιμα ερωτήματα ξεπηδάνε στο βιβλίο, που γεννούν λόγο και αντίλογο. Δηλαδή την ολότητα της ομιλίας.
    Οξειδώθηκα μες στη νοτιά των ανθρώπων, μοιάζει να λέει η Πατρίτσια, για να θυμηθούμε τον Οδυσσέα Ελύτη. Ένας νοτιάς ακούραστος, ανεξάντλητος, ανελέητος που εμποδίζει την εξαέρωση, την εξάχνωση της υγρασίας των παθών, του συναισθήματος, του Κακού που επιστρέφει και επαναλαμβάνεται από γενιά σε γενιά εν είδει προπατορικού αμαρτήματος.
    Και τελικά το χαρτί νικάει την πέτρα; είναι το ερώτημα του συγγραφέα. Οπωσδήποτε ναι. Όταν η πέτρα βρει τον μάστορά της. Τον μάστορα που θα την λαξεύσει περίτεχνα. Τότε ο φόβος γίνεται δράση, η δύναμη ενέργεια, η ακινησία κίνηση, βηματισμός. Η πέτρα λύνεται, υποκύπτει, προσφέρεται, δωρίζεται. Αποκτά σημαίνουσα μορφή. Κι αυτή είναι η θυσιαστική εμπειρία της πέτρας. Αλλά και η λύτρωσή της.
     
    Αν ο Στρατής Τσίρκας έχει πει για τη Λέσχη, το πρώτο μέρος της τριλογίας του «Ακυβέρνητες πολιτείες», «η Έμμη και ο Μάνος είμαι εγώ», κι αν ο Γκυστάβ Φλωμπέρ έχει πει «η Μαντάμ Μποβαρύ είμαι εγώ», ο Στρατής Γαλανός δικαιούται αντίστοιχα να πει «η Oldsmobile είμαι εγώ».