ΚΡΙΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΕ ΣΦΡΑΓΙΣΜΕΝΑ ΧΕΙΛΗ

  • Παρουσίαση βιβλίου
    Στο «Θυμωμένο Πορτρέτο», Ιωάννινα, 8 Νοέμβρη 2019
    της Έλενας Ζερβού

    Παίρνοντας το βιβλίο στα χέρια του, ο αναγνώστης γίνεται μάρτυρας μιας σκηνής που τον βάζει σε ένα φοβερό δίλημμα. Με το τέλος της κατοχής και τις πρώτες μέρες της απελευθέρωσης, μία νεαρή κοπέλα, η Μαρία, βρίσκεται στα χέρια των τιμωρών της σε μια συνοικία της Θεσσαλονίκης. Με άγριο τρόπο, την κουρεύουν με την ψιλή και τη διαπομπεύουν στους δρόμους της πόλης, σκίζοντάς της τα ρούχα και πετώντας της βρισιές, φρούτα, ακαθαρσίες. Το έγκλημά της; Είχε ερωτική σχέση με έναν Γερμανό αξιωματικό για μεγάλο χρονικό διάστημα. Κι όχι μόνο αυτό αλλά έκανε και ένα παιδί μαζί του. Όσοι παρακολουθούν και παίρνουν μέρος στη σκηνή του διασυρμού είναι πεπεισμένοι για την ενοχή της και στο πρόσωπό της παίρνουν εκδίκηση για όλα τα δεινά της κατοχής.

    Ο αναγνώστης, όμως, καθώς διαβάζει αυτές τις σελίδες διχάζεται. Η Μαρία έχει διατηρήσει σχέση με έναν Γερμανό, έναν από τους κατακτητές που κατέστρεψαν τη χώρα μας και δολοφόνησαν χιλιάδες. Με λίγα λόγια, «έχει προδώσει». Η πρώτη σκέψη είναι ότι οι πράξεις της είναι καταδικαστέες. Από την άλλη, όμως, έρχεται ο αφηγητής για να δυναμιτίσει την εύκολη και γρήγορη κρίση του αναγνώστη. Εστιάζοντας εσωτερικά στην κοπέλα μας μεταφέρει τις ταραγμένες σκέψεις, τα συναισθήματά της, τις αναμνήσεις που περνάνε με ένα χαοτικό τρόπο από το κεφάλι της τις στιγμές αυτές του απίστευτου μαρτυρίου. Κι εκεί συνειδητοποιούμε ότι το κίνητρο για τη σχέση της αυτή ήταν ο αγνός έρωτας, αμόλυντος από κάθε σκοπιμότητα ή ιδιοτέλεια. Και τότε γίνεται φανερό ότι δεν μπορούμε να ρίξουμε το ανάθεμα, να την αντιπαθήσουμε και να δεχθούμε αυτή την απάνθρωπη τιμωρία. Στο τέλος της σκηνής, είναι οι αγωνιστές του ΕΛΑΣ που σώζουν τη Μαρία από τη βορά του όχλου αλλά είναι πια αργά. Το τραύμα στην ψυχή της είναι βαθύ.

    Κι αυτό το τραύμα βαθαίνει κάθε λίγο και περισσότερο καθώς παρακολουθούμε την πορεία της από τη στιγμή εκείνη του εξευτελισμού, στη Θεσσαλονίκη του 1944, στις επόμενες δεκαετίες μέχρι τη δολοφονία του Λαμπράκη το 1963. Συνεχίζει και μετά το 1963 η ιστορία μέχρι τη δεκαετία του 80 αλλά αυτό το κομμάτι ανήκει στο πεδίο του μύθου και της τρέλας. Από τη Θεσσαλονίκη στο Κιλκίς, από το Κιλκίς στο βουνό με τους αντάρτες, σειρά στα στρατόπεδα και τα κέντρα βασανιστηρίων του εθνικού στρατού, στο ψυχιατρείο και μετά, κλείνοντας ο κύκλος της δοκιμασίας, πάλι στη Θεσσαλονίκη. Είναι η πορεία της Μαρίας, μιας απλής γυναίκας ως ιστορικού υποκειμένου που βιώνει με τον δικό της τρόπο τις δύσκολες δεκαετίες της μεταπολεμικής Ελλάδας, τα χρόνια της τρομοκρατίας και του εμφυλίου, τα χρόνια τα μετεμφυλιακά των διώξεων και του πόνου. Οι πολιτικές συνθήκες είναι υπερβολικά σκληρές, η βία και η σκληρότητα περισσεύουν, κι όσο για την κοινωνία, όπως παρουσιάζεται με τη μορφή της ‘γειτονιάς’, δεν έχει μάθει ούτε να δέχεται ούτε και να συγχωρεί. Οι άντρες αυτοί που ενσαρκώνουν την κυρίαρχη ιδεολογία σε αυτή την πατριαρχική, ακραία καταπιεστική κοινωνία, εκμεταλλεύονται τη θέση της και τη βιάζουν χωρίς έλεος. Οι ταγματασφαλίτες, οι παρακρατικοί, ο επιστάτης στον μύλο, οι βασανιστές του εθνικού στρατού, ο θείος. Σε αυτόν τον άγριο αντιδραστικό κόσμο, υπάρχουν κάποιες φωτεινές εξαιρέσεις, άνθρωποι που είτε ως άτομα είτε ως συλλογικότητες εναντιώνονται και διατυπώνουν έναν «άλλον», έναν «διαφορετικό» λόγο, με κύρια χαρακτηριστικά του την ανθρωπιά και την ευαισθησία. Είναι η οικογένεια της Μαρίας, ο λιγομίλητος εργοδότης της από το Κιλκίς, ο Γιάννης Ασήμης, οι αντάρτες στο βουνό με τον καπετάνιο τους, τον καπετάν Δίκαιο, και κυρίως οι άντρες-σύντροφοι που διαφοροποιούνται από την κυρίαρχη ιδεολογία της εποχής και ξέρουν να δίνονται και να αγαπούν αληθινά, όπως ο Γερμανός αξιωματικός, ο Ηλίας ή ο Μένιος.

    Η Μαρία δεν έχει μεγάλη και λαμπρή καταγωγή. Είναι η κόρη ενός συνοικιακού μανάβη με ρίζες από τη Μικρασία. Ούτε πλούτη έχει ούτε και ιδιαίτερη μόρφωση. Δεν της λείπει, όμως, η ευαισθησία και η κρίση που της επιτρέπουν να διακρίνει το δίκαιο από το άδικο, την ειλικρίνεια από την υποκρισία, το έντιμο από το ανέντιμο και το χυδαίο. Για παράδειγμα, δεν καταλαβαίνει ακριβώς τα λόγια του καθοδηγητή του κόμματος όταν θα βρεθεί στο βουνό με τους αντάρτες, μπορεί, όμως, να διακρίνει το ατσάλι στη ματιά και τη φωνή του. Ή σε άλλο σημείο, ακούει τον θείο της που διατρανώνει σε όλους τους τόνους ότι θέλει το καλό το δικό της και του παιδιού της, όταν την ελευθερώνει από το ψυχιατρείο, μπορεί, όμως, να διακρίνει την υστεροβουλία και την προσποίηση που κρύβει το βλέμμα του.

    Οι κινητήριες δυνάμεις που την καθοδηγούν και την στηρίζουν στην πορεία της είναι ο άδολος αγνός έρωτας, η αστείρευτη μητρική αγάπη, το ένστικτο της επιβίωσης, το αίσθημα του δικαίου, και η επιθυμία να ορίζει η ίδια μόνη της τη ζωή της και τις επιλογές της. Στον έρωτα παραδίνεται, γιατί, όπως λέει, «γεννιόμαστε μόνο για να ερωτευόμαστε. Τίποτε άλλο.». Και παραδίνεται σε αυτόν ανυστερόβουλα και χωρίς να υπολογίσει τις συνέπειες. Η αστείρευτη μητρική αγάπη είναι η άλλη κινητήρια δύναμη. Το παιδί της το αγαπά και αυτό καθορίζει την πορεία της. Όποιους συμβιβασμούς κάνει, τους κάνει αποκλειστικά για αυτό, για να μπορέσει να το κρατήσει κοντά της και να το μεγαλώσει ικανό να ζήσει μια ζωή καλύτερη από τη δική της. Και η Μαρία, η μάνα η αμόρφωτη, ξέρει ότι το παιδί της πρέπει να μορφωθεί για να μπορέσει να ελευθερωθεί από τα δεσμά που καταπίεσαν και βασάνισαν την ίδια.

    Στον διάβολο όλα τα «πρέπει» του κόσμου. Η γνώση κι η αλήθεια ανήκει σε όλους και σε όλες. Η μόρφωση είναι για όλους και πρέπει να είναι ελεύθερη και πρόσφορη για όλους. Κι αυτό θα είναι το μόνο της, το αληθινό της δώρο στο παιδί της. Ό,τι και να γίνει, ό,τι και να συμβεί, ο Μάριος θα σπουδάσει όταν μεγαλώσει. Και θα σπουδάσει ό,τι θέλει. […] Όχι, αυτή δεν θα ακολουθήσει τον υπόλοιπο κόσμο στην τρέλα και στο χάος, αυτή ανήκει σ’ εκείνους που θα κουβαλήσουν στις πλάτες τους το βαρύ φορτίο του ηττημένου, διαλυμένου μεταπολεμικού κόσμου για ατέλειωτες μέρες, μήνες και χρόνια, κι όμως, μέσα από τη δική της γενιά, τη γενιά της παραδουλεύτρας και του εργάτη, θα φυτρώσει μια καινούρια γενιά που θα είναι διαφορετική, δε θα καταστρέφει αυτό που αγαπά, δεν θα τσαλαπατά ό,τι μόλις φύτρωσε. (σελ.149)

    Άλλη κινητήρια δύναμη είναι η επιθυμία να ορίζει η ίδια μόνη της τη ζωή της και τις επιλογές της. Γι’ αυτό και δεν μετανιώνει όταν βρίσκεται να πληρώνει για τη σχέση της με τον Γερμανό Χανς ή για το παιδί του που το κράτησε και το γέννησε. Αυτή η επιθυμία αυτό-ορισμού συμπορεύεται με την επιθυμία της για ζωή, ζωή όμως ελεύθερη και ανυπόκριτη, χωρίς συμβιβασμούς και ξεπουλήματα. Παλεύει να το πετύχει και τρώει τα μούτρα της γιατί ο τόπος δεν τα σηκώνει αυτά. Σχεδιάζει ταξίδια φυγής αλλά ούτε κι αυτά καταφέρνει να τα υλοποιήσει. Μέχρι που στο τέλος βρίσκει καταφύγιο στην τρέλα.

    Τελικά, τι άτομο είναι η Μαρία; Πώς νιώθει γι’ αυτήν ο αναγνώστης; Το σίγουρο είναι ότι ο αφηγητής τάσσεται με το μέρος της, συμπάσχει μαζί της, κατανοεί τα αδιέξοδα και τις διαφυγές της, την έχει δικαιώσει. Ο λόγος του είναι φορτισμένος συναισθηματικά και αποπνέει μια θλίψη, με αποτέλεσμα να πάλλει τις συναισθηματικές χορδές και του αναγνώστη. Βαδίζοντας δίπλα στη Μαρία, μοιράζεται τις αγωνίες και τους προβληματισμούς της, αισιοδοξεί με τις στιγμές αγάπης και τρυφερότητας. Και φτάνει σε σημείο να αναφωνήσει «όχι άλλο, φτάνει πια» όταν για πολλοστή φορά βρίσκεται αντιμέτωπη με το θηρίο της βίας και της απανθρωπιάς ή όταν βυθίζεται στο πηγάδι της μοναξιάς.

    Η μοναξιά δεν έχει χρώματα. Δεν έχει νερό να ξεδιψάσεις. Η μοναξιά σε βάζει να κάνεις εργασίες άσκοπες: να ταΐζεις τα περιστέρια στις πλατείες, να σκάβεις στους τάφους για ελπίδες, να μιλάς στον καθρέφτη με αόρατα είδωλα, να ψάχνεις μια δεύτερη οδοντόβουρτσα στο μπάνιο, να αναπνέεις τις στάχτες από τους κλίβανους ερωτικών σχέσεων που κάηκαν για πάντα, να αναζητάς το μαγικό χαλί που δεν πετάει όταν έχει άνεμο, να σμιλεύεις στις εσχατιές την πλάνη των ανθρώπων. Η μοναξιά σε βρικολακιάζει. Σε απομυζεί. Σε κάνει να νιώθεις πως είσαι ένας ενοικιαστής στη γη του πουθενά. (σελ.261)

    Σήμερα, ζούμε σε μια εποχή λήθης όπου η σχέση μας με την ιστορία περιορίζεται σε παράτες και ταρατατζούμ, που αρχίζει και τελειώνει με τα χειροκροτήματα μιας παρέλασης. Μία εποχή όπου χρησιμοποιούμε μια κατασκευασμένη εικόνα του παρελθόντος πασπαλισμένη με μπόλικη χρυσόσκονη. Εν μέσω αυτής της εποχής έχουμε ένα βιβλίο που μιλάει για την «αληθινή» βιωμένη ιστορία εκείνων των ταραγμένων δεκαετιών με μεγάλο περίσσεμα αγάπης αλλά και θλίψης, έρωτα αλλά και τρέλας! Ευχαριστούμε τον συγγραφέα Γιάννη Τσιτσίμη για το έργο αυτό!