Η ΔΙΑΔΡΟΜΗ & ΤΟ ΚΟΜΙΣΤΡΟ: "ΕΝΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ"

  • "Η διαδρομή και το κόμιστρο" του Στρατή Γαλανού - Γράφει ο Κώστας Τραχανάς  

    Πρόκειται για ένα έργο μεγάλης δύναμης, ένα Αριστούργημα. Το καλύτερο ελληνικό βιβλίο των τελευταίων χρόνων. Με ένα ύφος σαγηνευτικό, που καταλήγει συγκλονιστικό. 

    Ο Στρατής Γαλανός γράφει ένα μυθιστόρημα ταυτότητας, δημιουργώντας έναν κόσμο γλυκόπικρο, ρυθμισμένο μουσικά. ’λλωστε η μουσική, το τραγούδι, η όπερα όπως και η ποίηση, διαπερνά όλο το βιβλίο. 

    Μια μαύρη κωμωδία. Κάποιες κωμικοτραγικές καταστάσεις ή γεγονότα προσεγγίζονται με κάποια δόση γλυκόπικρης ειρωνείας ή αυτοσαρκαστικό χιούμορ. Ειρωνεύεται και καυτηριάζει ο Στρατής Γαλανός ανθρώπους, πράξεις, γεγονότα, καταστάσεις, εποχές, ιδεολογίες, τάξεις, κατακτητές, αλλά με κοσμοπολίτικο τρόπο.  
     
    Ένα σπουδαίο αλλά και προδρομικό μυθιστόρημα. Ένα αλησμόνητο μυθιστόρημα για τα έσχατα της ανθρώπινης συνθήκης. Ένα σαγηνευτικό βιβλίο, αν όχι για άλλο λόγο, αλλά για την ξέφρενη ενέργεια του ίδιου του πρωταγωνιστή …μιας πολυτελούς λιμουζίνας.  
     
    Ο Στρατής  Γαλανός αφηγείται τη ζωή ενός …αυτοκινήτου. 
    Μια λιμουζίνα Oldsmobile Viking Special Deluxe Patrician Sedan, είναι ένα αμερικάνικο αυτοκίνητο του 1929, μια μηχανή με μπλε μυαλό και συναισθήματα , το οποίο μας μιλάει… Μα μιλούν τα αυτοκίνητα; Ναι, μιλούν, και μάλιστα λένε πολλές ιστορίες, όχι μόνο δικές τους αλλά και των ανθρώπων που τα έφτιαξαν, τα οδήγησαν και  τα χρησιμοποίησαν. Αρκεί να ξέρουμε ν ΄ακούμε ή να θέλουμε ν΄ ακούσουμε, πράγμα που σε τελική ανάλυση είναι το ίδιο. Τότε τα άψυχα ζωντανεύουν κι αρχίζουν τις αφηγήσεις. Όσοι νομίζουν πως οι μηχανές έχουνε μόνο μίζες, λεβιέδες, κλάξον, ταξίμετρο,  ρουλεμάν, γρανάζια, μανιβέλες, καλώδια κι ελατήρια και καθόλου μνήμη, κρίση και ευαισθησία, τότε ας ξεχάσουνε ό,τι ξέρανε μέχρι σήμερα, αυτό το χρονικό θα μας αποδείξει το αντίθετο... 
     
    Ένα αυτοκίνητο ελκυστικό και περιζήτητο, που ήταν ένας συνδυασμός ξύλου, δέρματος κι ατσαλιού, με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας. Το παράξενο αυτό αυτοκίνητο είχε και φύλο. Ήταν γυναίκα…  
    Από αυτοκίνητο πολυτελείας ,που κυκλοφορούσε στις αριστοκρατικές συνοικίες της Νέας Υόρκης, κατάντησε όταν ήρθε στην Ελλάδα το 1936, ένα κοινόχρηστο αγοραίο, που στηνόταν σε λεωφόρους, σε πλατείες, στην πιάτσα των Χαυτείων, προς άγραν πελατών με παχύ πορτοφόλι. Όσο γερνούσε και πάλιωνε είχε και άλλες χρήσεις: αγοραίο και γκαζοζέν, ερωτική γκαρσονιέρα, κρησφύγετο και γιάφκα, φορτηγό και ασθενοφόρο, άρμα μάχης και νεκροφόρα, αυτοκίνητο ειδικών αποστολών για την δολοφονία Ελλήνων δωσίλογων και για μεταφορά  παράνομου αντιστασιακού  υλικού. 
     
    Ένα αυτοκίνητο που διηγείται τις ιστορίες αυτών που κάθισαν στο τιμόνι του αλλά και των επιβατών που φιλοξενήθηκαν στο σαλόνι του. Και ήταν πολλοί. 
     
    Λίγα αυτοκίνητα θα μπορούσαν να καυχηθούν πως γνώρισαν εμπειρίες τόσο έντονες και συναρπαστικές όσο οι δικές του. Η πρώτη ιδιοκτήτρια της λιμουζίνας ήταν η Ρόουζ Σίλβερστοουν, που ζούσε στην πιο αριστοκρατική συνοικία της Νέας Υόρκης, στο Κλίντον Χιλ, του Μανχάταν. Εξυπακούεται πως μια αριστοκράτισσα δεν ξέρει να οδηγεί. Μαζί με το καινούργιο της αυτοκίνητο, απέκτησε και ένα σοφέρ. Ο αφέντης του αυτοκινήτου, ο σοφέρ ονομαζόταν Μπάρι Κλίντον, με καλοσιδερωμένη μπλε στολή, με μαλακές δερμάτινες μπότες, μαύρα γάντια και πηλήκιο. Ο Μπάρι ποτέ δεν την άφησε νηστική ή διψασμένη. Και η λιμουζίνα τον αγάπησε. Μαζί με τον αγαπημένο της σοφέρ περιμένανε  την κυρία έξω από θέατρο, όπερες, αίθουσες χορού. Η λιμουζίνα αυτή έκλεισε εφτά χρόνια στην υπηρεσία της κυρίας Σίλβερστοουν. Ήταν τα καλύτερά χρόνια της ζωής του αυτοκινήτου, ο χρυσούς αιών πριν από την εποχή του σιδήρου και της πέτρας… 
     
    Από τη Νέα Υόρκη των παιδικών της χρόνων, μια Βαβυλώνα επηρμένων ειδωλολατρών που λάτρευαν την άνοδο, την επιτυχία, το χρήμα, βρέθηκε η λιμουζίνα το 1936 στην Αθήνα, που ήταν μια Ιεριχώ φοβισμένων υπηκόων, που έσκυβαν μπροστά στον ισχυρό ή στη μοίρα. Η λάσπη στους δρόμους, οι λακκούβες κι οι κακοτοπιές ανάγκαζαν τον διαβάτη να καμπουριάζει, να στρέφει το βλέμμα προς τα κάτω, να προσέχει μη λερωθεί, μη παραστρατήσει, μη σκοντάψει. Ήταν η εποχή του Μεταξά. Γεγονός  παρέμενε πως η φτώχεια είχε ζυμωθεί σε αυτή τη χώρα, την Ελλάδα, όπως η μαγιά με το αλεύρι σχηματίζοντας ένα ομοιογενές ζυμάρι… 
    Βρέθηκε σε αυτή την χώρα το αυτοκίνητο για να πουληθεί. Στην Αμερική όταν πουλήθηκε έμοιαζε με καλλιστεία, εδώ τώρα  έμοιαζε με σκλαβιά. Ο νέος ιδιοκτήτης, ο νέος νυμφίος και σοφέρ ήταν ο  φτωχός Γιώργης, που την νανούριζε με σμυρναίικους σκοπούς και την αποκαλούσε κούκλα και τσαχπίνα και την ονόμαζε Πατρίτσια… 
     
    Η πρώην πολυτελής λιμουζίνα ιδιωτικής χρήσεως, η ράθυμη αριστοκράτισσα, με ιδρώτα και κόπο και δουλειά σκληρή κερδίζει τώρα το ψωμί της και το ψωμί των ιδιοκτητών της, σαν …πόρνη ,σαν ιερόδουλος, σαν γυναίκα του δρόμου. Η πελατεία της ήταν εκλεκτή, όλοι λεφτάδες κι ευυπόληπτοι, άνθρωποι μ΄ επιρροή και οφίτσια, αυλικοί του παλατιού, ανώτατοι δημόσιοι υπάλληλοι, εισαγγελείς, ειρηνοδίκες, δεσποτάδες, επίσκοποι, ιατροί, αξιωματικοί και αργότερα το 1941 έως το 1944, Ιταλοί και Γερμανοί αξιωματικοί, όπως και Έλληνες αντιστασιακοί. 
     
    Ο ίδιος τύπος, ο οδηγός της λιμουζίνας, επιχειρεί να την ξελογιάσει και τις ληθαργικές ώρες αναμονής πελάτη την πολιορκεί με σκέψεις απιστίας, αναγκάζοντάς την να παλεύει μέσα στη μοναξιά της με το δικαίωμα να ερωτευτεί… 
     
    Πρόκειται για ένα βιβλίο για τον πλούτο, την φτώχεια, την ένδεια, τον ηρωισμό, την ζωή, την ευτυχία, τον φόβο του θανάτου, τον κίνδυνο του θανάτου, την άλω του θανάτου, την παντοδυναμία του θανάτου, τον άγγελο εξολοθρευτή, την απόλαυση του έρωτα, τον ανεπίδοτο έρωτα, την προσμονή, την πλησμονή, τις Βαλκυρίες, το φως, το σκοτάδι, τις ιστορίες, τον φόβο, την ενοχή, την τραγωδία, το μοιρολόι, τη μεσαία τάξη, την εργατική τάξη, τους πλούσιους, το μίσος, την οργή, την αγάπη, τον έρωτα, την αμφιθυμία, την επιθυμία, την απόρριψη, την έλξη, την απώθηση, την απομυθοποίηση, την ονειροπόληση, τη λαγνεία, το Κακό, την Κοινοτοπία του Κακού, την Ωραιότητα του Κακού, την Κόλαση, την επίγεια Κόλαση, την κάθοδο στην Κόλαση, το Μηδέν, την Πτώση, το θυμήσου πως θα πεθάνεις, τον θάνατο και την εξαύλωση, το Ενταύθα και το Επέκεινα, την πρόβα θανάτου, τη σιωπή, τη μοναξιά, το Καλό, τον Παράδεισο,  τα σύνορα, τους πρόσφυγες, τους τουρκόσπορους, τους Εβραίους, τις αναμνήσεις, την μνήμη, την λήθη, το ρετσινόλαδο, την φάλαγγα, τα βασανιστήρια, τις εκτελέσεις, τις φυλακές, τον ξεριζωμό, τις εξορίες ,τα αντίποινα,  τα μπλόκα, τα σαμποτάζ, τις απεργίες, τις καταλήψεις, τα συλλαλητήρια, τις πολυγραφημένες  προκηρύξεις, την ανυπακοή, τους ήρωες, το θάρρος, την επανάσταση, την αντίσταση, το Κόμμα, την Ιδεολογία, τον Θεό,  το διχασμό, τις έριδες, τις απαγορεύσεις, την οικονομική κρίση, την υποτίμηση, την ύφεση, την Ιστορία, την μαμή της Ιστορίας, την ελευθερία, τα αγελαία ένστικτα, την οδύνη, τον πόνο,  την καταχνιά, τη σκιά, το έρεβος, τη μαυρίλα, το βήμα της χήνας, την σβάστικα, τον αγκυλωτό σταυρό, τις νεκροκεφαλές, την εξουσία, την βία, την τάξη, την ασφάλεια, το Κράτος, το ρέκβιεμ, τους γάμους του Φίγκαρο, την Τραβιάτα, το Πένθιμο Εμβατήριο, τη Λίλη Μαρλέν, τη Βέμπο, τη Λαίδη Γκοντίβα, την Φρουρά στο Ρήνο, την Τόσκα, τον Τζον Τζοβάνι, την Έρικα, το Λυκόφως των θεών, το δαχτυλίδι των Νιμπελούγκεν, το Περβιτίν (το διεγερτικό ναρκωτικό των Γερμανών), τις Ουτοπίες, την Αρκαδία, το αίμα και γη, το αίμα και τιμή, τις μέρες οργής, τα μάτια του λύκου της στέπας, την απογοήτευση, την σκλαβιά, την πείνα, τον λιμό, τις αρρώστιες, τα πέτρινα χρόνια της Κατοχής, τις Κυριακές των φτωχών, τα λυπητερά τραγούδια, την τζαζ, το φοξ τροτ, το βαλς, το τανγκό, τον καρσιλαμά, το ζεϊμπέκικο, τα ρεμπέτικα, τους αμανέδες, τις σλαβικές μελωδίες, τον Κόνιαλη, τα Καντίς, τους τενόρους, τις ντίβες, τους στίχους , τις νότες, τη μελωδία, τη γλώσσα, τη μητρική γλώσσα, τη γλώσσα της αγάπης, το δαιμόνιο, τον ξενιστή, τις εκλεκτικές συγγένειες, τις οβιδιακές μεταμορφώσεις, την φωνή λαού, την ανθρώπινη φύση, την παράνοια των καιρών, τον έρωτα εν καιρώ πολέμου, την έρημο των αντικατοπτρισμών, το χαρτί που νικάει την πέτρα, τον υπηρέτη δύο αφεντάδων, τους δεσμούς της συνενοχής, την συμφωνία με τον Διάβολο, την Οδύσσεια χωρίς Ιθάκη, τις ψευδαισθήσεις του μεγαλείου, τα σταυροδρόμια της ζωής, τους πίνακες της φρίκης των Φλαμανδών ζωγράφων, το Χάιλ Χίτλερ σε Σας, Το χωριό μας καίγεται, το Κομμένο, τις Λιγκιάδες, το Δίστομο, τα Καλάβρυτα, την Κοκκινιά, τη Mare Nostrum, τη Γη της Επαγγελίας, το In Memoriam, τη σιγή νεκροταφείου,  το μενε μενε θεκελ ουφαρσιν, τη ζώνη του λυκόφωτος, τη λαίλαπα του πολέμου, τον υπολοχαγό Κουρτ Βαλντχάιμ, το οϊμέ, το μελό, το ’ριο κάλλος, την ατομική ιδιοκτησία, την φιλία, την συντροφικότητα, την αλληλεγγύη, την ηθική, την αξιοπρέπεια, την γαλήνη, τον αναπαμό, την συγχώρεση, τη συγγνώμη, την παραγκούπολη, την Καλογρέζα, τα ολάνθιστα μπαλκόνια, το χτικιό, την ωχρά σπειροχαίτη, τους παρίες, τους απόκληρους, τους περιθωριακούς, τους μαυραγορίτες, τους εθνικοσοσιαλιστές, τους γερμανοτσολιάδες, τους ταγματασφαλίτες, τους δωσίλογους, τους προδότες, την λαοκρατία, τους χαχαμίκους, τους νεκροζώντανους, τους λαίμαργους, τους πεινασμένους, τους θύτες, τα θύματα, τους πεθαμένους, τους αδικοσκοτωμένους, τους ξεπεσμένους αριστοκράτες, τους ιδεαλιστές, την θλίψη, τον χρόνο, το μαύρο, το άσπρο, την μέρα, την νύχτα,  την δράση, την αντίδραση, τον γδικιωμό, την αντίσταση, την διαφθορά, την λαγνεία, την ηδονή, την κραιπάλη, την εκδίκηση,  τους εφιάλτες, την γκρίζα πραγματικότητα, τις όπερες, τις οπερέτες, τις άριες, τις σερενάτες, τους ύμνους, τους θούριους, τις καντάδες, τα εμβατήρια,  την ταρίφα, το κόμιστρο, τα μισθώματα, τη διαδρομή…  
     
    Αυλαία. Φώτα. Χειροκρότημα. Μπιζάρισμα. Ανκόρ. 
    Ανκόρ… 
     
    Ο Στρατής Γαλανός γεννήθηκε στην Αθήνα το 1968. Διαμένει μόνιμα στη Νέα Ιωνία Αττικής. Είναι εκ γενετής τετραπληγικός και μετακινείται με αναπηρικό αμαξίδιο. Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών απ’ όπου αποφοίτησε το 1991. Μιλά τέσσερις γλώσσες, αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά και ισπανικά, με αντίστοιχα πτυχία πανεπιστημίων του εξωτερικού.  Μετά την πρακτική του εξάσκηση, εργάστηκε αρχικά ως δικηγόρος (1993-1996), κατόπιν ως υπάλληλος γραμματειακής υποστήριξης στον ΑΝΤΕΝΝΑ (1996) και τέλος ως διοικητικός υπάλληλος στην ΕΥΔΑΠ (1997-2012), από όπου και συνταξιοδοτήθηκε.  Διετέλεσε μέλος της Εξελεγκτικής Επιτροπής του Πανελλήνιου Συλλόγου Παραπληγικών - ΠΑΣΠΑ.