ΒΑΣΩ ΚΑΤΡΑΚΗ: ΠΝΟΗ ΣΤΗΝ ΠΕΤΡΑ, ΑΠΟ ΤΗ ΝΤΟΡΑ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ-ΡΟΓΚΑΝ


  • ΜΟΥΣΕΙΟ ΚΥΚΛΑΔΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ 4 Νοεμβρίου 2010 - 31 Ιανουαρίου 2011

    Μοναδική ταύτιση προσωπικότητας και έργου

    Πνοή στην αυθεντική χαρακτική τέχνη γενικότερα έδωσε η όντως μεγάλη, εμπνευσμένη και διαχρονική δημιουργός Βάσω Κατράκη (1914-1988)  που έκανε καθημερινό βίωμα όχι μόνο το πάθος της για την τέχνη της, αλλά και την προσφορά της στα κοινά, στον κοινωνικό αγώνα, στα συνυφασμένα με την πατρίδα ιδανικά. Ταυτισμένη η ίδια ως προσωπικότητα και ως ιδιοσυγκρασία με τις έννοιες της ακραιφνούς αξιοπρέπειας και μεγαλοσύνης, δεν απείθησε ποτέ στις αρχές και στα ιδανικά που έταξε απ’ αρχής στον εαυτό της, παραμένοντας μέχρι τέλους άτεγκτη, απόλυτα συνειδητοποιημένη και αφοσιωμένη με την ίδια πάντοτε ένταση στο πάθος της για δημιουργία. Η πορεία της στην τέχνη, οι προσωπικοί της αγώνες, οι δημιουργίες της στην ξυλογραφία, στη χαρακτική σε πέτρα, η συμβολή της με προσωπικό αγώνα και με τη τέχνη της στην Εθνική Αντίσταση, τα πολυάριθμα βιβλία, λευκώματα και ποιήματα που εικονογράφησε, τα εθνικά και διεθνή βραβεία με τα οποία τιμήθηκε, οι διεθνείς εκθέσεις στις οποίες διακρίθηκε και τόσες άλλες ακόμη επιδόσεις και δράσεις είναι αδύνατο να χωρέσουν, έστω και συνοπτικά, σε ένα βιογραφικό σημείωμα όσο εκτενές κι αν είναι, και ακόμη περισσότερο, βέβαια, σε ένα περιορισμένης έκτασης άρθρο όπως το τωρινό.  

    Οργανωμένη η τωρινή έκθεση –ένας πολυτελής και εμπεριστατωμένος κατάλογος τη συνοδεύει– σε συνεργασία με το Κέντρο Χαρακτικών Τεχνών - Μουσείο Βάσως Κατράκη στο Αιτωλικό, καθώς και με την αρωγή των παιδιών της, συμπεριλαμβάνει ξυλογραφίες, χαρακτική σε πέτρα και πέτρινες μήτρες, έγχρωμα σχέδια, ζωγραφισμένα βότσαλα, φωτογραφίες καθώς και υλικό τεκμηρίωσης. Επιμελητές της έκθεσης που υλοποιήθηκε με τη χορηγία του Ιδρύματος Ωνάση είναι οι Γ. Μπόλης και Μ. Τόλη. Συνεργάστηκε μαζί τους ο Κ. Σταυρόπουλος, αντιπρόεδρος του Μουσείου Βάσως Κατράκη, προσωπικός φίλος της Βάσως από το 1974.

    Γεννημένη το 1914 στο Αιτωλικό της Αιτωλοακαρνανίας, η Βάσω Κατράκη ήθελε από πολύ μικρή να γίνει ζωγράφος. Η ίδια, μάλιστα, σημειώνει: «Μ’ άρεσε πολύ το διάβασμα και πιο πολύ η ποίηση. Κοντά στ’ αδέλφια μου ζωγράφιζα κι εγώ. Κρυφά ονειρευόμουνα να γίνω ζωγράφος, μα μου φαινότανε τόσο άπιαστα μεγάλο, που δεν μπορούσε λογικά να χωρέσει το μυαλό μου. Ό,τι έβλεπα έλεγα: “Εγώ αυτό μπορώ να το κάνω”. Και πολλές φορές έβαζα τον εαυτό μου σε δοκιμασία. Δεν ήξερα ότι άλλο πράμα ήταν η τέχνη. Και μια μέρα σφηνώθηκε ξαφνικά στο μυαλό μου ένα ερώτημα “Kι αν γίνω ζωγράφος;” Χίλιες καμπάνες χτυπήσανε μέσα μου κι έχασα τον κόσμο. Από τότε δεν είχα τίποτε άλλο στο μυαλό μου νύχτα μέρα…». Έτσι, στα 22 της χρόνια, το 1936, αφού ξεπέρασε αρκετά εμπόδια, ήρθε στην Αθήνα και γράφτηκε στην ΑΣΚΤ, στο εργαστήριο ζωγραφικής με τον Παρθένη –όπου, όπως η ίδια ομολογεί, «ήταν η πρώτη φορά που αντιλήφθηκα ότι ένα σχέδιο έχει φως και σκιά με μία γραμμή μόνο»– και χαρακτικής με τον Κεφαλληνό, που την εντυπωσίασε από την πρώτη στιγμή. Κι αυτό γιατί πέρα από την εξαιρετική διδαχή και τη βαθιά παιδεία του θαύμαζε το φιλελεύθερο πνεύμα του, που έκανε θραύση στην ΑΣΚΤ επί δικτατορίας Μεταξά.

    Κοντά στον Κεφαλληνό ασκήθηκε η Βάσω στην ξυλογραφία, τη χαλκογραφία και τη λιθογραφία,  στην τέχνη του βιβλίου και στην τυπογραφία. Από την αρχή ταγμένη η Κατράκη ενάντια στη δικτατορία του Μεταξά, προσχώρησε στην Αριστερά, ενστερνίστηκε στη συνέχεια τα ιδεώδη της Εθνικής Αντίστασης και, μαζί με τον άντρα της, το γιατρό και αγωνιστή Γιώργο Κατράκη, την υπηρέτησε διττά. Κι αυτό, γιατί πέρα από τις προσωπικές διασυνδέσεις και το νοητικό μέρος βοήθησε με την τέχνη της στο πληροφοριακό έντυπο υλικό.

    Οι δημιουργίες της Κατράκη χωρίζονται σε δύο περιόδους από την άποψη της τεχνικής. Στα πρώτα δεκαπέντε, περίπου, χρόνια της σταδιοδρομίας της χάραζε στο ξύλο και μετά το 1950 στην ίδια την πέτρα επί τριάντα πέντε ολόκληρα χρόνια. Τεχνική που πέρα από το ότι απελευθέρωσε τη χαρακτική από τους καταναγκασμούς της τυπογραφίας και της διαφήμισης, έφερε το έργο της, σε ό,τι αφορά το ύφος και την τεχνοτροπία, πιο κοντά στις αρχέγονες προϊστορικές μορφές και συνθέσεις. Την προτίμησή της στο πρωτογενές υλικό, την πέτρα, την επεξηγεί η ίδια επιγραμματικά: «Πάντα μου άρεσε ένα πράγμα. Να μιλάει το υλικό μόνο του τη δική του γλώσσα». Κι σε αυτό το σημείο ακριβώς, καίριοι είναι οι συσχετισμοί που έχουν γίνει από την επιμελήτρια Μ. Τόλη ανάμεσα στα κυκλαδικά ειδώλια και τις μορφές της Κατράκη.

    Στα πρώτα δεκαπέντε χρόνια της σταδιοδρομίας της η Κατράκη είχε υιοθετήσει στις ξυλογραφίες της μια με έκδηλες προσωπικές αποκλίσεις παραστατική γραφή. Γραφή με την οποία σφυγμομετρούσε μέσ’ από τη σιγουριά της χάραξης το καθημερινό της περιβάλλον, τα τοπία της Αιτωλοακαρνανίας, τη λιμνοθάλασσα του Αιτωλικού, τους ψαράδες που θα αποτελέσουν ένα επίλεκτο θέμα σε όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας της, την αγροτική ζωή.

    Πηγή έμπνευσης στην ίδια πάντοτε περίοδο ήταν και η μυθολογία και η ιστορία. Σε αυτή πάντοτε τη φάση, η ανθρώπινη μορφή, που δεν απουσιάζει ποτέ από τα έργα της καλλιτέχνιδος, εντάσσεται στο τοπίο και στο κυρίως θέμα ειδικότερα. Ανάμεσα στα έργα της ίδιας πάντοτε περιόδου, οι ξυλογραφίες από τη λιμνοθάλασσα όπως και τα τοπία από το Μεσολόγγι έχουν τα σκήπτρα. Ακολουθούν, στην ίδια πάντοτε περίοδο, οι ξυλογραφίες με θέμα τα τραγικά χρόνια της Κατοχής και της Αντίστασης. Χρόνια κατά τα οποία η στρατευμένη στην Αριστερά Βάσω –πρώτα στο ΕΑΜ Καλλιτεχνών και μετά το 1942 στο ΕΑΜ– θα βιώσει άμεσα τη φρίκη, το θάνατο, τα μπλόκα, τις εκτελέσεις, την πείνα, τις πάσης φύσεως βιωματικές και ψυχικές ταλαιπωρίες. Καταστάσεις που θα αποθανατίσει στις ξυλογραφίες που άφησαν εποχή, όπως, «Κηδεία στην Κατοχή», «Πείνα», «Ο Κρεμασμένος», «Διαδήλωση στην Κατοχή», «Οδόφραγμα-Δεκέμβρης 1944», «Θε μου, και τι να γίνηκαν του κόσμου οι αντρειωμένοι», κ.ά. Τραυματικές εμπειρίες που θα οξυνθούν μέσα της, όταν αμέσως μετά το πρώτο βραβείο της 33ης Μπιενάλε της Βενετίας (το 1966), θα εξοριστεί το 1967 από τη χούντα στη Γυάρο. Τραγική περίοδος που αποθανάτισε με έναν εξαιρετικά δυναμικό και συνάμα διαχρονικό συμβολισμό, καθώς και μια μεγαλοπρεπή/μνημειακή τραγικότητα, στις ενότητες «Πλατυτέρα», «Δάσος», «Καταστάσεις», «Αναμονή», «Παναγία», «Ίκαρος», «Συντεταγμένες», αλλά και σε σχέδια που φιλοτέχνησε επιτόπου στη Γυάρο, καθώς και στα πιο ελεύθερα σε σχέδιο βότσαλα που μάζευε η ίδια στην παραλία του νησιού του μαρτυρίου. «Πώς να περιγράψω την κόλαση στα Γιούρα;» σημειώνει η ίδια. «Έμεινα εννιάμιση μήνες εκεί, τότε μάλιστα είχε διαδοθεί ότι τρελάθηκα… Ήταν ένα νησί περίεργο. Σε όλο το διάστημα που έμεινα δεν είδα ούτε ένα πουλί να περνάει… Οι θάλαμοι βρομάγανε και μας έφερναν νερό με βαρέλια από μηχανόλαδο καραβιών. Πείνα, δίψα, άλλοι δαρμένοι, άλλοι τραυματισμένοι, ήταν κάτι το φρικιαστικό. Στην αρχή έφτιαχνα καπέλα από άγρια βούρλα… Ύστερα ανακάλυψα τα βότσαλα».

    Καταστάσεις που κατορθώνει και μας περνάει η κορυφαία καλλιτέχνιδα συνειρμικά μέσ’ από όλα σχεδόν τα έργα της, από το 1967 μέχρι και τα τελευταία της χρόνια. Η συγκρατημένη αλλά τόσο εύγλωττη τραγικότητα, η ερημία, η μοναξιά, η εγκατάλειψη, ο ψυχικός πόνος, η αφοσίωση και η μεγαλοψυχία της μάνας έχουν χαρισματικά αποκρυπτογραφηθεί στις εξαιρετικά λιτές και συνάμα τραγικά εύγγλωττες μορφές. Μορφές υπερήφανες, με αλύγιστο τον αυχένα ακόμη και σε περίπτωση που το κεφάλι γέρνει στα γόνατα, όπως στη «Μοναξιά». Μορφές που επικοινωνούν με εμάς σε περισσότερα από ένα επίπεδα για να μας προσφέρουν ανεξίτηλες από το χρόνο ψυχικές εμπειρίες. Μορφές συνοδευμένες, πολλές φορές, από τα επίλεκτα στοιχεία-σύμβολα της Βάσως: τον ήλιο, τα περιστέρια. Σύμβολα-γέφυρες με τα πρωτοκυκλαδικά και άλλα προϊστορικά ευρήματα, σύμβολα, τέλος, που με τον τρόπο που τα απεικονίζει η καλλιτέχνιδα προμηνούν άλλοτε τη χαρά και άλλοτε κάποιο τραγικό συμβάν. Με τον ίδιο, πάντοτε, στις επάλξεις ψυχισμό, η δημιουργός απέδωσε την πτώση αλόγου* και ιππέα στο ομότιτλο αριστουργηματικό της έργο (1967, χάραξη σε πέτρα), ενώ ταυτόσημα σε ποιητική τραγικότητα και ένταση είναι τα συναισθήματα που μας υποβάλλονται από τα έργα της ενότητας «Ίκαρος». Κορυφαία σε υποβολή είναι και αφιερωμένη στο Πολυτεχνείο σύνθεση «Μνήμη Ι – Πολυτεχνείο» (1986, χάραξη σε πέτρα) με το δίδυμο του μαύρου λαμπερού ήλιου στην κορύφωση της ανελισσόμενης σύνθεσης.

    Μοναδική, όντως, η Βάσω Κατράκη που τόσο εμπνευσμένα έκανε καθημερινό βίωμα τη ρήση της «Η τέχνη δεν είναι παιχνίδι γι’ αργόσχολους. Είναι αστραπή, είναι πόνος, είναι γέννα», κατόρθωσε κάτι ιδιαίτερα δύσκολο αν όχι ανέφικτο, εικαστικά: Να υποβάλει αυτή καθεαυτή την «Ιδέα» του πόνου, του μαρτυρίου, της εγκατάλειψης, της κακουχίας, της ερημίας και του θανάτου με μια εξαιρετική εικαστική πειθώ. Πειθώ που, πέρα από το ό,τι καθιστά τα έργα της διαχρονικά και συνάμα σύγχρονα αρχέτυπα συνιστά, την υπέρτατη επαλήθευση του πλατωνικού ορισμού για την τέχνη. Ότι, δηλαδή, για να είναι αυθεντική πρέπει να εκφράζει μια Ιδέα και όχι να αποτελεί μια μίμηση.

    Αυτή ακριβώς την Ιδέα –το ουσιαστικό έρμα– εκφράζουν τα έργα της Βάσως που με το μοναδικό τους παράστημα καταρρίπτουν κάθε αναλογία με επώνυμους και άλλους καλλιτέχνες με τους οποίους, ατυχώς, συγκρίθηκε το έργο της. Σύγκριση προς άγραν δικαιολογητικών για τον «εκσυγχρονισμό» του. Πασιφανές είναι ότι τα έργα της Κατράκη, προικισμένα με περισσή επάρκεια και δύναμη, δεν έχουν καμία ανάγκη να συγκριθούν ώστε να αποκτήσουν μια ταυτότητα και ένα κύρος. Κι αυτό γιατί η μοναδικότητα της αστραπής που βίωνε η Βάσω δημιουργώντας τα δεν επιμερίζεται ούτε και δανείζεται.

     

     

    * Ένα από τα πιο αγαπημένα της θέματα. «Τα ζώα αυτά με γοητεύουν με τη δύναμη, την υπερηφάνεια και την ελευθερία που κρύβουν μέσα τους. Θα ήθελα, μάλιστα, να κάνω κάποτε μια έκθεση μόνο με άλογα», σημειώνει η ίδια.